Δυο βάνες έχει η ζωή...

Τη θεωρία με τα αγαπόνια τη θυμάστε? Ναι, ναι του Κωστή. Τότε που λέτε ήτανε καλοκαίρι. Όσο να 'ναι η ζέστη, η θάλασσα, τα μοχίτα, οι μαργαρίτες τ' αλάφραιναν το κλίμα και με τον Κωστή αναπτύσσαμε τέτοιες θεωρίες, ευχάριστες, γεμάτες αισιοδοξία και αγάπη. Τις λέγαμε ενώ γύρω κελαηδούσαν πουλάκια και πετούσαν αγγελάκια. Καλά ντε μη βαράτε. Είπα να το κάνω λίγο ποιητικό. Ποτά στο Αίθριο πίναμε, τα πουλάκια την είχαν κάνει γιατί η μουσική δε τα άφηνε να κοιμηθούν, τα αγγελάκια ζεσταίνονταν και είχαν μουλιάσει τα φτερά τους από την υγρασία, με λίγα λόγια τίποτα δεν φτερακούσε (ωραία τα λέω σήμερα, πυργιώτικα) στον ουρανό.

Από τότε πέρασε καιρός, ήρθε το φθινόπωρο, έπεσαν τα φύλλα, ήρθε ο χειμώνας δεν έπεσαν τα χιόνια. Το ξέρω τα είπαμε και στο προηγούμενο post αλλά θέλω να δοθεί έμφαση στο χειμώνα και τους συμβολισμούς που κουβαλάει. Εγώ δε τον χωνεύω, ξηγημένα πράγματα. Ήρθε λοιπόν ο χειμώνας και η θεωρία των αγαπονίων, έδωσε τη θέση της στη θεωρία "Δυο βάνες έχεις η ζωή...άνοιξα μια και κάηκα". Ναι δίκιο έχετε, είναι πιο ξενέρωτη, μέχρι απαισιόδοξη τη λες. Ενέχει και κινδύνους για τη σωματική μας ακεραιότητα, αλλά είπαμε χειμώνας, τέρμα τα ψέμματα.

Διατυπώνει λοιπόν ο Κωστής και σας μεταφέρω εγώ δια του blog τούτου. Γυρνάς σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα στο λιοστάσι (είναι και επίκαιρο). Έτσι είμαστε εμείς τα παιδιά της επαρχίας, έχουμε και λιοστάσι. Εγώ ούτε ελιά διακοσμητική σε γλάστρα δεν έχω και άμα είχα θα είχε ξεραθεί, αλλά ο Κωστής έχει λιοστάσι. Γυρνάς λοιπόν κατάκοπος και κυρίως πάρα πολύ βρώμικος. Μια επιθυμία θέλεις να εκπληρώσεις διακαώς. Να κάνεις ένα μπάνιο, να ξεβρομιστείς, μη νιώθεις άλλο σα Πακιστανός στην Ηρώων Πολυτεχνείου. Μπαίνεις λοιπόν στη μπανιέρα γυρνάς το ρουμπινέ ανυπόμονα και επιπόλαια και τρως ένα τσουρούφλισμα που από Πακιστανός γίνεσαι ερυθρόδερμος σε χρόνο dt.

Καλά θα μου πείτε, έτσι ανοίγουμε μια βρύση και όποιον πάρει ο χάρος? Δε δοκιμάζουμε λίγο? Πρώτα το δαχτυλάκι, λίγο το ζεστό, λίγο το κρύο μέχρι να φτάσουμε στην επιθυμητή θερμοκρασία. Αμ έτσι είναι το σωστό, αλλά όταν είσαι πολύ κουρασμένος και πολύ βρώμικος, το μυαλό δεν έχει την απαιτούμενη διαύγεια και την πατάς εύκολα. Εδώ που τα λέμε και ξεκούραστος να είσαι πάλι μπορεί να την πατήσεις. Τα σενάρια είναι πολλά, μπορεί να έχουν χαλάσει οι βάνες και να μη ρυθμίζονται, μπορεί να έχει χαλάσει ο θερμοσίφωνας, να περιμένεις, να περιμένεις και πουθενά το ζεστό. Μπορεί να σου αρέσει το ζεστό αλλά να μην επιτρέπεται για την περίπτωση σου. Με λίγα λόγια πιάσε το αυγό και κούρευτο. Κατά βάση εύχεσαι να μην έχει χαλάσει ο ρουμπινές ή ο θερμοσίφωνας, να μη χρειαστεί υδραυλικός με λίγα λόγια γιατί άκρη με δαύτους δε βγάζεις.

Έτσι είναι οι σχέσεις λέει ο Κωστής, σα να ρυθμίζεις το νερό για το μπάνιο. Όλα μπορούν να συμβούν, από το πολύ καυτό μέχρι το πολύ κρύο. Καμιά φορά γυρνάς τη βάνα και καίγεσαι, την άλλη παγώνεις. Όταν όμως τα καταφέρεις και βρεις τη σωστή θερμοκρασία μπορεί και να ακούσεις κανένα κελάηδισμα από το προαναφερθέντα πουλάκια, λόγω υπέρμετρης ευφορίας!

p.s. Για παν ενδεχόμενο εγώ θα εγκαταστήσω τη βρύση της φωτογραφίας που φωτίζεται ανάλογα με τη θερμοκρασία, προκειμένου να αποφύγω ατυχή συμβάντα στο μέλλον.

Με το ίδιο παλτό

Μπήκε ο Χειμώνας, λέμε τώρα, και το χρειάζεσαι το πανωφοράκι σου. Σε φτάνει ένα, όμως? Θέλεις και την καπαρτινούλα σου γιατί βαρύ το χειμώνα δε τον λες, θέλεις και το σακάκι σου για πιο chic εμφανίσεις, θέλεις και το παλτουδάκι μη και πιάσει κανένα κρύο στα ξαφνικά και παγώσει το κοκαλάκι σου. Με λίγα λόγια οι ανάγκες είναι πολλές και δεν καλύπτονται με ένα και μοναδικό προϊόν. Την τακτική των εναλλακτικών λύσεων αναλόγως την περίσταση, την εφαρμόζουμε εμείς τα ζωάκια-άνθρωποι σε πολλές περιπτώσεις, όπου μας βολεύει δηλαδή. Εκτός από μία, τις σχέσεις. Και δεν εννοώ τις φιλικές γιατί και εκεί μια χαρά το κάνουμε. Άλλος φίλος θα σου κάνει ψυχανάλυση, με άλλον θα πας εκδρομή, άλλον θα συμβουλευτείς πιο laptop να πάρεις και πάει λέγοντας.

Εννοώ τις ερωτικές σχέσεις και θα μιλήσω από τη δική μου μεριά, αυτή των γυναικών. Οι ανάγκες είναι πολλές, αγόρια και κορίτσια αναγνώστες μου. Μια γυναίκα τα θέλει όλα (όχι επειδή η ίδια είναι τέλεια, απλά τα θέλει, δε θα το αναλύσουμε αυτό τώρα). Βρίσκει λοιπόν ένα χριστιανό, μπορεί να είναι και μουσουλμάνος, δε ξέρω και του απαιτεί τα πάντα. Αυτός σιγά μην τα έχει όλα (όποιος τα έχει να μιλήσει τώρα, αλλιώς να σιωπήσει για πάντα) και κάπου εκεί αρχίζουν τα όργανα της γκρίνιας. Και έρχομαι τώρα εγώ να σας προτείνω την εξής πρωτοποριακή λύση στο παραπάνω πρόβλημα.

Λέω λοιπόν, αφού πανωφοράκια έχουμε πολλά, ένα για κάθε περίπτωση, γιατί όχι περισσότεροι από ένας άνδρες να φτιάχνουν μαζί αυτόν που θες. Θα δώσω παράδειγμα να το καταλάβουμε, να φτιάξω και εγώ εικόνα βρε παιδί μου να τη σιγουρέψω τη θεωρία. Έχεις λοιπόν, έναν με χιούμορ, κουλτούρα και άποψη να συζητάς. Μαζί θα λύνετε το Κυπριακό, τα υπαρξιακά σου, θα γυρνάτε στα θέατρα και τα μουσεία, η καθεμία ας βάλει ότι θέλει, άμα θέλει μπουζούκια, εγώ μαζί της. Έχεις άλλον ένα να κάνετε πάρα πολύ καλό sex. Δε χρειάζεται ανάλυση αυτό, το πιάσατε νομίζω. Έχεις ακόμη έναν, τρυφερό, καλό και γλυκό, να σου κάνει αγκαλίτσες, χατίρια και να αλλάζει καμιά λάμπα άμα χρειάζεται. Θα μείνω σε αυτούς τους τρεις, μην είμαστε και πλεονέκτες. Αυτοί οι τρεις ας πούμε ότι κάνουν τον τέλειο, αυτόν χωρίς ατέλεια, που είναι φτιαγμένος στην εντέλεια. Κάπου εδώ θέλω να υποβάλω τα σέβη μου στο στιχουργό του παραπάνω άσματος, μεγάλο σουξέ των ημερών, ιδιαίτερα δημοφιλές, μεταξύ της συμπαθούς συνομοταξίας των ταξιτζήδων.

Τώρα θα λέτε, καλά δυο μήνες που έχεις να γράψεις αυτά τα έξυπνα σκεφτόσουν. Όχι, σκεφτόμουν και άλλα, θα ενημερωθείτε εν καιρώ. Επανέρχομαι στο θέμα για να αντικρούσω πιθανά επιχειρήματα, ενάντια στη θεωρία μου. Θα πουν λοιπόν τα αγόρια εδώ, καλά τα λες κυρία μου, αλλά γιατί να μην βρούμε και εμείς τις αντίστοιχες τρεις που και μάγκες είμαστε και πριν από εσένα το έχουμε σκεφτεί. Μάγκες την πατήσατε γιατί δεν υπολογίσατε τον αστάθμητο παράγοντα κρίση. Να σας δω εγώ στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε να συντηρείτε το χαρέμι και δε θα σας φτάνει ούτε η πιστωτική της διαφήμισης (να βάλω και πετρέλαιο?).

Γελάτε, μη γελάτε καθόλου, απλή λογική. Τρεις άνδρες μπορούν να συντηρήσουν μια γυναίκα, ένας άντρας όμως τι να κάνει με τρεις, μιλάμε για οικονομική καταστροφή. Άρα η λύση μας βολεύει όλους. Και μη νομίζετε ότι θα πάρετε την εκδίκησή σας, όταν η κρίση τελειώσει. Τότε θα είμαστε όλοι γερόντια και δε θα μπορούμε ούτε τη μασέλα μας να κουμαντάρουμε.

Υ.Γ. Όπως καταλάβατε, επέστρεψα χειρότερη από ποτέ. Τα παράπονά σας σε κάποιους λίγους που έκαναν το λάθος να πουν έλα ρε Αφροδιτάκι γράψε κάτι, τόσα ερεθίσματα σου δίνουμε.

Η Συζήτηση

Έρχεται κάποια στιγμή, εκεί κάπου στην αρχή μιας σχέσης, που πρέπει να γίνει η Συζήτηση. Η Συζήτηση δεν αφορά σε τίποτα περισσότερο από την απάντηση στο γνωστό και μη εξαιρετέο ερώτημα "Ορέ που πάμε?". Καλά δε το θέτεις ακριβώς έτσι, εκτός αν συνομιλείς με γιδοβοσκό από την Ώλενα (έλα να μπαίνει ο ντόπιος πληθυσμός στο πνεύμα του Καλλικράτη). Πως το θέτεις θα μου πεις?

Θα σου πω, μη μου βιάζεσαι. Ο καθένας με το δικό του προσωπικό στυλ, το οποίο εξελίσσει στο πέρασμα του χρόνου, μη το κάνουμε και μανιέρα, μπας και αγγίξει λίγο περισσότερο το κοινό του. Ποιο κοινό δηλαδή, που η συζήτηση είναι παραγωγή χαμηλού προϋπολογισμού. Δύο παίζουν, δυο παρακολουθούν. Οι ίδιοι δύο σε ρόλους διπλούς.

Δύσκολο έργο που λέτε η Συζήτηση, εξ' ου και ο τίτλος. Δε το έχετε παρατηρήσει? Όλα τα αναγνώσματα επιπέδου, τέτοιους τίτλους έχουν, η Άγνοια, η Ταυτότητα, η Δίκη και πάει λέγοντας. Δύσκολο έργο, με μακρόσυρτες παύσεις, αμήχανες σιωπές, νευρικές κινήσεις (gro plan στα δάχτυλα που σχηματίζουν όλα τα είδη ναυτικών κόμπων με καταιγιστικό ρυθμό), μια κουβέντα τώρα, μια μετά από κανά τέταρτο και τι κουβέντα δηλαδή, αυτιστικού που προσπαθεί να εκφραστεί. Αγγελοπουλικό έργο, πρέπει να το δεις άμα θες να λέγεσαι σινεφίλ, αλλά σου πέφτει κομματάκι βαρύ.

Όπως κάθε ποιοτική παραγωγή που σέβεται τον εαυτό της, η Συζήτηση έχει συνήθως στενάχωρο τέλος. Αλλιώς θα γυρίζαμε γλυκανάλατη κομεντί, που τι να λέμε τώρα και σε καλλιτεχνική αξία υστερεί και δεν είναι του στυλ μας γιατί είμαστε και του ποιοτικού. Το τέλος λοιπόν της συζήτησης, ανάλογα και με τους πρωταγωνιστές βέβαια, έχει διάφορες ενδιαφέρουσες παραλλαγές του τύπου, έχεις το πακέτο, αλλά δεν είναι το πάμε πακέτο, μα το φάγαμε πακέτο. Κάπου εκεί είναι που ο καθένας παίρνει το πακέτο του και τραβάει το δρόμο του, να ετοιμάσει το ρόλο του για την επόμενη παραγωγή, με την ελπίδα να είναι λίγο πιο μεγαλόπνοη και με συνέχειες!

Ένα μικρό πλεονέκτημα... ή μήπως μειονέκτημα?

Πρόσφατα ένας φίλος, μου έλεγε ότι το να ζεις σε μια μικρή πόλη έχει ένα πλεονέκτημα και ένα μειονέκτημα. Το πλεονέκτημα είναι ότι είναι μικρή. Το μειονέκτημα είναι... ότι είναι μικρή. Όχι δε φταίει ο δαίμονας του blogger, ούτε πίναμε ούζα όταν κάναμε αυτή τη συζήτηση. Θα σας τα κάνω λιανά και θα το πιάσετε το νόημα.

Τη μέρα εκείνη που λέτε ξύπνησα το πρωί και στα επτά λεπτά που κάνω να πάω από το σπίτι στο γραφείο με τα πόδια, αντάλλαξα επτά καλημέρες. Καταρχήν ναι, κάνω επτά λεπτά με το ρολόι ούτε έξι, ούτε οκτώ, επτά ακριβώς. Όσοι βασανίζεστε σε ατελείωτες μετακινήσεις στην πόλη, τώρα μπορείτε να ζηλέψετε ελεύθερα. Και επίσης ναι, ο ρυθμός καλημερίσματος ήταν μια καλημέρα ανά λεπτό, απλά μαθηματικά. Επτά χαμογελαστοί λόγοι να ξεκινήσεις τη μέρα σου καλά. Ένας ακόμα ήταν, ότι λίγο πριν φτάσω στο γραφείο συνάντησα ένα όμορφο αγόρι από αυτά, ξέρετε εσείς, που έχω αναφέρει σε παλιότερα post. Ένα ωραίο χαμόγελο λοιπόν, ήταν το κερασάκι στην τούρτα με τις επτά καλημέρες και ένα ισχυρό όπλο υπέρ της ζωής στην μικρή πόλη.

Η μέρα κύλησε ευχάριστα μέχρι το απόγευμα, που έχοντας κάνει μερικές δουλίτσες στο σπίτι είπα να πεταχτώ στο supermarket της γειτονιάς, να κάνω τα ψώνια μου σαν καλή, λέμε τώρα, νοικοκυρά. Διαπραγματεύομαι λοιπόν με τον εαυτό μου αν θα ντυθώ σαν άνθρωπος ή θα βγω με τα ρούχα εργασίας, βλέπε φόρμα και ξεχειλωμένη μπλούζα. Τη διαπραγματευτική διαμάχη μεταξύ της Coco, της Channel ντε και του λέτσου, την κερδίζει ο λέτσος και το πανηγυρίζει δεόντως. Γιατί χωρίς να θέλω να το παινευτώ, στο 99% των περιπτώσεων που βγαίνω από το σπίτι, λέω στον καθρέφτη φεύγοντας, φτου σου Coco παιδί μου και ο λέτσος είναι ο μόνιμα χαμένος.

Έλα όμως που η μικρή πόλη είναι πολύ μικρή και ο όμορφος του πρωινού ψωνίζει στο ίδιο supermarket. Και είναι ο άτιμος καλοβαλμένος, με το πουκαμισάκι του καλοσιδερωμένο, με τη βερμουδίτσα του και εσύ είσαι σαν...ποιος άπλωσε τα ρούχα στην ταράτσα! Και θέλεις να ανοίξει ο διάδρομος του supermarket να σε καταπιεί. Και το supermarket στη μικρή γειτονιά, της μικρής πόλης δεν είναι και ο Βασιλόπουλος με τα τρία υπόγεια πάρκινγκ. Είναι λίγα τα ράφια, που να πας να κρυφτείς. Ένα γάλα να σηκώσει από κάτω σε βρίσκει. Γεμίζεις το καλάθι σου άρον άρον και η μεγαλύτερη επιθυμία σου εκείνη την ώρα είναι να μη τον συναντήσεις στην ουρά για το ταμείο.

Έλα όμως που έτσι είναι η ζωή στη μικρή μας πόλη. Αν το πρωί χαίρεσαι που είναι μικρή, το βράδυ μπορεί να καταριέσαι για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Μια άνιση μάχη

Μέχρι πριν κάποια χρόνια όταν διεκδικούσες την προσοχή ενός αγοριού είχες να ανταγωνιστείς καμιά ξανθιά με μεγάλο στήθος και κοντή φούστα, τους λίγο έως πολύ κάφρους φίλους του, τον Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό (βάλε εσύ όποια ομάδα νομίζεις), άντε και καμιά παρτίδα pro με τα γνωστά παρελκόμενα. Τι να έκανες λοιπόν, έβαζες τα μεγάλα μέσα ήθελες δεν ήθελες και πορευόσουν ανάλογα.

Μια μπλουζίτσα με πιο μεγάλο ντεκολτέ, λίγο χαζό νάζι και πες ότι τα βόλευες με την ξανθιά. Μπορεί να ήταν και μελαχρινή, μην κολλάμε στις αποχρώσεις, το νόημα να πιάνουμε. Με τους κάφρους τα έβρισκες
κάπου στην πορεία. Είναι που δεν είσαι και καμιά υστερική σκύλα, να σε βλέπουν να σκιάζονται, κάποια στιγμή γινόσαστε όλοι μαζί ένα χαρούμενο παρεάκι. Μπάλα, τα έχουμε ξαναπεί, επιβάλλεται να βλέπουν, οπότε ανταγωνισμός δεν υφίσταται. Το pro ήταν λίγο πιο δύσκολη και πονεμένη ιστορία, αλλά στήριζες τις ελπίδες σου στις κακές επιδόσεις του, μπας και δει ότι δε το 'χει και το παρατήσει το άθλημα.

Έλα όμως που τα αγόρια μεγάλωσαν, έγιναν άντρες και απέκτησαν σοβαρές δουλειές και υποθέσεις. Μαζί με αυτά μεγάλωσες και εσύ και απέκτησες αθέμιτο ανταγωνισμό. Γιατί καλά με όλα τα παραπάνω, κουτσά στραβά την έβρισκες την άκρη σου. Το RTK (Real Time Kinematic, μέθοδος αποτύπωσης που λύνει τα χέρια στους τοπογράφους, περισσότερα μη με ρωτάτε, δεν ξέρω και δε θέλω να μάθω) όμως πως να το ανταγωνιστείς? Να κάνεις κότσο-κεράια να πιάνεις και 'συ συντεταγμένες από τους δορυφόρους? Εμ, δε γίνεται, δεν είναι και μόδα, να το υποστηρίξεις κάπως βρε αδερφέ.

Μη γελάτε, είναι ύπουλος αντίπαλος το RTK (κάντε εσείς αντιστοιχία σε άλλους επαγγελματικούς κλάδους). Είναι άγνωστος και δεν γνωρίζεις τις αδυναμίες του για να τον πολεμήσεις. Αφήστε που φήμες λένε ότι αγγίζει την τελειότητα. Που πας λοιπόν εσύ, ο ατελής εξ' ορισμού, γιατί είσαι άνθρωπος, ξυπόλητος για μέτρημα!

Το Καμακωμένο Ψάρι

Πριν μερικές μέρες βρέθηκα στην Άνδρο. Όσοι με διαβάζετε δε θα έχετε αμφιβολία ότι επισκέφθηκα τις τρέχουσες εκθέσεις του νησιού. Αυτή που με κέντρισε περισσότερο ήταν του Κ. Τσόκλη. Με τον καλλιτέχνη δεν είχε τύχει να ασχοληθώ μέχρι τότε, οπότε τα συναισθήματα, οι σκέψεις και τα ερεθίσματα που μου προκάλεσαν όσα είδα, γράφονταν σε πίνακα λευκό.

Δε ξέρω αν με συγκίνησαν τα έργα του, σίγουρα με καθήλωσε μια εγκατάσταση που δεν έχει σκοπό αυτό το post να περιγράψει. Ξέρω όμως ότι με κέντρισαν οι σκέψεις του, όπως της είδα γραμμένες στους τοίχους της έκθεσης, όπως τους άκουσα στην ηχογράφηση που παιζόταν σε μια από τις αίθουσες και όπως τις διάβασα στον κατάλογο και τα βιβλία του. Σκέψεις βαθιές, άλλοτε ριζοσπαστικές, καμιά φορά οικείες. Σίγουρα σκέψεις που σε έβαζαν σε σκέψεις και φανέρωναν την αναζήτηση και την εξέλιξη του δημιουργού. Άρα ο καλλιτέχνης πέτυχε το στόχο του. Για 'μένα τον πέτυχε.

Σήμερα ο Κ. Τσόκλης κέντρισε πάλι την προσοχή μου. Έπεσα και 'γω πάνω στις δηλώσεις που είχε κάνει χρόνια πριν για το βιασμό, τα κίνητρα, το θύτη και το θύμα του, οι οποίες ήρθαν στην επικαιρότητα μετά την προβολή της παλιάς συνέντευξής του. Διαβάστε αν θέλετε, όσοι δε το έχετε κάνει ήδη. Αναρωτιέμαι πόση συζήτηση σηκώνει το θέμα. Τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης, πόσο να προκαλέσει, τι μεταφορά δυσκολονόητη μπορεί να είναι αυτή? Πως μπορεί να δικαιολογεί τον βιασμό με πρόφαση την πρόκληση? Πως μπορεί να τον μεταφράζει σαν έκφραση δίψας για ζωή?

Νομίζω υπάρχουν παραδείγματα στην τέχνη, που ο καλλιτέχνης προσπαθεί να ξορκίσει το φόβο των γηρατειών και του θανάτου, μέσα από τη σεξουαλική επιβεβαίωση σαν μέγιστη έκφραση της θέλησης για ζωή. Το κάνει ο F.Roth στα βιβλία του, με τους ήρωες του, συχνά σε μεγάλη ηλικία, να περιστρέφονται γύρω από τις σεξουαλικές ορμές τους με αποδέκτες κυρίως νεότερες γυναίκες. Δεν έχω συναντήσει όμως, σε όσα έχω διαβάσει τουλάχιστον, καμιά άμεση ή έμμεση δικαιολογία για την πράξη του βιασμού.

Σίγουρα δε γίνεται και δεν πρέπει να ακυρώσεις το έργο ενός καλλιτέχνη εξαιτίας μιας άποψης, ακόμα και αν διαφωνείς αδιαπραγμάτευτα. Μπορεί όμως πια το έργο αυτό να γράψει εντυπώσεις σε λευκό πίνακα, όπως πριν? Και αν ένας γέρος έχει προσπαθήσει να πιάσει το, έστω προκλητικά εκτεθειμένο, στήθος σου, γίνεται να μη το σκέφτεσαι την επόμενη φορά που θα δεις το "Καμακωμένο Ψάρι"?

p.s. Η απάντηση-εξήγηση του ίδιου του Τσόκλη για τις δηλώσεις του στο protagon.gr

Φάτε μάτια -ωμά- ψάρια

Το πάω το φέρνω με τρώει ο από τέτοιος μου να συνεχίσω την ελεύθερη πτώση του επιπέδου. Να συνεχίσω δηλαδή το επίπεδο Sex & the City, που εσείς νομίζετε ότι είναι επίπεδο SATC, εγώ σας λέω ότι είναι επίπεδο Woody Allen, που πρώτος γύρισε την ασχημομουράκλα του στην κάμερα και αναρωτήθηκε αυτοσάρκαζόμενος περί σχέσεων και λοιπών δαιμονίων.

Για πάμε λοιπόν που λέει και το τραγούδι. Είσαι 27, ελεύθερη διόλου ευκαταφρόνητο διάστημα και είναι ντάλα καλοκαίρι, με τη ζέστη να παίζει κρίκετ με τα νεύρα σου και το χειμώνα να έρχεται απειλητικά κραδαίνοντας το γνωστό μότο "κρύο καιρός για δύο". Με πόσο ελαφριά καρδιά θα αγνοήσεις προτάσεις για νέες γνωριμίες. Αμ δε θα τις αγνοήσεις σου το λέω εγώ. Θα βγεις και θα πεις και ένα τραγούδι. Θα πεις ένα τραγούδι όχι γιατί το 'χεις με το μουσική, αλλά κάπως πρέπει να περάσει η ώρα. Γιατί σας το λέω επιβεβαιωμένα, στο 99% των ραντεβού να το πω, ας το πω, βαριέσαι αφόρητα.

Κρίμα είναι δηλαδή που βαριέσαι γιατί μια χαρά είναι οι άνθρωποι, αλλά άμα βαριέσαι, βαριέσαι είναι αδιαπραγμάτευτο. Δεν παίρνει ολίγον βαριομάρα, όπως δεν παίρνει ολίγον έγκυος. Το χειρότερο δεν είναι που βαριέσαι είναι που σου λένε δε πάμε για sushi αύριο και παρασύρεσαι από τη λαιμαργία, δεν έτρωγες και από χτες sushi στον Πύργο εδώ που τα λέμε και δέχεσαι. Γιατί άλλο να βαριέσαι πάνω από το ωμό ψάρι, άλλο να βαριέσαι με το perrier στο χέρι. Είναι πιο glamorous καταλαβαίνετε. Νιώθεις και λίγο πλουσία. Και ως πλουσία έχεις δικαίωμα στην πλήξη, κληρονομικό.

Άσε που με το sushi επιβεβαιώνεις και την παροιμία φάτε μάτια ψάρια, γιατί πόσο να φας, να χορτάσεις με sushi δε γίνεται. Έτσι είναι και αυτά τα ραντεβού, θα τα λέω ραντεβού, έστω και αν είναι περίπου, ούτε μάτια ούτε ψάρια, μόνο κοιλιά περίδρομος.

5 ευρώ βενζίνη παρακαλώ!

Την προηγούμενη εβδομάδα η βενζίνη κυλούσε με δυσκολία και τα νεύρα όλων με το άγχος των μετακινήσεων για δουλείες και διακοπές υπόμεναν το μαρτύριο της σταγόνας. Νεύρα είχα και 'γω με τα κλειστά βενζινάδικα. Όχι ντε δεν είχα ξεμείνει, που και να είχα δηλαδή μέχρι τη δουλειά πάω με τα πόδια, 7 λεπτά δρόμος είναι, διακοπές δεν ήμουν οπότε δεν είχε σημασία.

Δεν είχα νεύρα λόγω βενζίνης, αλλά λόγω βενζινά. Ο βενζινάς που λέτε είναι της γειτονιάς, σα την ΕΒΓΑ ένα πράγμα. Κατράμι το αγόρι, είναι και από τη φύση του μελαχρινό, το έχει χτυπήσει και ο ήλιος του μεροκάματου, έχει γκριζάρει λίγο και το μαλλί. Για χάρη του δέκα, δέκα ευρώ τη βάζω την αμόλυβδη. Κορίτσια καταλαβαίνετε, 40 βαθμοί έξω, 45 στη θέα του βενζινά. Αγόρια μπορείτε να σταματήσετε την ανάγνωση εδώ. Τι περιμένατε δηλαδή Αυγουστιάτικα, καμιά ανάλυση για τον Κούντερα. Όχι, θα το ρίξω μια βουτιά το επίπεδο να δροσιστεί.

Τον βενζινά λοιπόν τον βλέπεις και αυθορμήτως σου έρχονται στο μυαλό ατάκες όπως, "Θα μου το φουλάρεις", "Θα μου το φουσκώσεις το στρώμα" και τα σχετικά. Ανέκαθεν βέβαια τα παιδιά της εργατικής τάξης είχαν μια ξεσηκωτική θα έλεγα επίδραση, στα καθώς πρέπει, λέμε τώρα, κορίτσια. Μην ανακαλέσω τώρα σκηνές από τον αθάνατο ελληνικό κινηματογράφο, καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Από τα 16 θυμάμαι με κάτι άλλα καθώς πρέπει κορίτσια να χαζεύουμε έναν ηλεκτρολόγο και έναν ελαιοχρωματιστή. Ε σας πληροφορώ δέκα και βάλε χρόνια μετά, αυτά τα αγόρια στην καρδιά μας τα έχουμε, απλά τώρα προστέθηκε και ο βενζινάς. Ελάτε τώρα αγόρια. Εσάς λέω που βλέπετε πότε, πότε Sex & the City, κρυφοδιαβάζετε Cosmopolitan και τώρα παρά την παραπάνω προτροπή μου, συνεχίζετε την ανάγνωση αυτού του post. Εσείς γιατί δηλαδή την κομμώτρια, την αισθητικό και εμείς όχι το βενζινά ή τον υδραυλικό με αντίστοιχα ταπεινά κίνητρα?

Προς θεού μη παρεξηγηθώ, δεν έχω τίποτα με τα προαναφερθέντα επαγγέλματα, το αντίθετο μάλιστα εκτιμώ απεριόριστα ανθρώπους που τα εξασκούν, απλά επισημαίνω την επίδραση τους στην επιστημονική, εδώ γελάνε, κοινότητα. Με τον ηλεκτρολόγο μπορεί να σκεφτείς να του προτείνεις να σου αλλάξει τα φώτα, στο μηχανικό η/υ τι να πεις, έλα να μου κάνεις ένα format? Το κάνεις και μόνη σου βρε αδερφέ.

Τώρα που το σκέφτομαι αυτό είναι. Έτσι εξηγείται η επίδραση που λέγαμε. Άμα χρειαστεί ο ηλεκτρολόγος θα σου αλλάξει μια λάμπα που φοβάσαι να ανέβεις στη σκάλα. Δε το σώζω ε? Δε βαριέστε Αύγουστος είναι, όλα συγχωρούνται, ακόμα και το να πας στο γραφείο με havaianas.

Η θεωρία του Κωστή

Μετά τη θεωρία του Αντώνη, ήρθε η ώρα για τη θεωρία του Κωστή. Η θεωρία του Αντώνη έχει ένα φιλοσοφικό, ψυχολογικό, θα έλεγα υπόβαθρο και αναλύει με επιστημονικά πάντα κριτήρια το νόημα της ύπαρξης. Η θεωρία του Κωστή άπτεται κυρίως των θετικών επιστημών, με έμφαση στην κβαντομηχανική και εργαλεία της, την παρατήρηση και το πείραμα. Το γεγονός ότι και οι δύο θεωρίες έχουν διατυπωθεί υπό την επήρεια σεβαστής ποσότητας αλκοόλ, θα παρακαλούσα να θεωρηθεί επουσιώδες.

Σύμφωνα με τον Κωστή, λοιπόν, οι άνθρωποι διασκορπίζουν αγάπη στον περιβάλλοντα χώρο, εκπέμποντας σωματίδια με την επιστημονική ονομασία αγαπόνια. Τα αγαπόνια που έχουν ως κύριο, αλλά όχι αποκλειστικό, μέσο εκπομπής τα μάτια διασκορπίζονται δημιουργώντας ένα νέφος. Το αγαπιακό αυτό νέφος έχει ανά περίπτωση διαφορετική σύσταση, αναλόγως την ποσότητα υποσωματιδίων, όπως τα ερωτόνια, τα καυλόνια και τα λοιπά -όνια που περιέχει.

Φυσικά ανάλογα με τη σύσταση και τα φορτία προκαλούνται αντιδράσεις μεταξύ των νεφών διαφορετικών ατόμων και τότε δημιουργείται το μαγευτικό φαινόμενο του αγαπιακού σέλας (να με συγχωρήσετε αλλά δεν γνωρίζω αν το σέλας κλίνεται και πως). Στόχος μας σύμφωνα με τη θεωρία πρέπει να είναι η εκπομπή όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ποσότητας αγαπονίων, κατά προτίμηση με τη μορφή καταιγιστικών πυρών προς όλες τις κατευθύνσεις, ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες να βιώσουμε την εμπειρία του φαινομένου του αγαπιακού σέλας.

Επειδή εσείς τώρα θα νομίζετε ότι πρόκειται για καμιά θεωρία τυχαία, να σας θυμίσω πόσες φορές έχει υμνηθεί από την τέχνη, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το τραγούδι "love is in the air" (ναι ντε για το αγαπιακό νέφος μιλάει) και τα καρτούν που πετούν καρδούλες από τα μάτια (δεν είναι παρά μια προσπάθεια γραφικής αναπαράστασης αγαπονίων).

Να σας επισημάνω τέλος, ότι η ζεστή ατμόσφαιρα του καλοκαιριού ευνοεί τη διάχυση των αγαπονίων στον περιβάλλοντα χώρο. Γι' αυτό συντονίστε τους δέκτες, ρυθμίστε τους πομπούς και αναμείνατε την εμφάνιση του αγαπιακού σέλας.

Τα δικά μας 30

Μεταξύ των δημοσιεύσεων για την όπερα και το vintage μεσολάβησε κάποιο διάστημα που μικρό δε το λες. Θα νομίσατε ότι μου έπεσε βαριά η όπερα, αλλά είναι που είστε κακεντρεχείς. Θεέ μου τι τρόποι, κακολογώ του λιγοστούς μου αναγνώστες! Μη δίνεται σημασία αγαπητοί αναγνώστες, είναι που σε αυτό το διάστημα μεγάλωσα κατά ένα χρόνο και όπως είναι γνωστό τα γεράματα φέρνουν γκρίνια, δυστροπία και άλλες ευχάριστες παρενέργειες. Επίσης είχε έκλειψη την Κυριακή και είναι γνωστές οι επιπτώσεις της στο κατατρεγμένο ζώδιο του καρκίνου. Δικαιολογήθηκα επαρκώς? Για να συνεχίζετε την ανάγνωση ελπίζω πως ναι.

Μεγάλωσα λοιπόν κατά ένα χρόνο, έγινα 27 (θα το φωνάζω μπας και το συνηθίσω) και είπα να μπω στη χρονομηχανή να κάνω ένα ταξιδάκι. Δε μου έφταναν όλα τα υπόλοιπα πηγαινέλα, ήθελα και ταξίδι στο χρόνο. Θέλετε να κάνουμε και ένα μαζί? Άντε τότε επιβιβαστείτε, βιαστείτε. Όλοι μέσα? Ξεκινάμε και κατευθυνόμαστε καμιά 20αριά χρόνια πριν, κοντά στην ηλικία των 10 χρονών, λίγο κάτω, λίγο πάνω δεν έχει σημασία, το μηχάνημα δεν είναι και ακριβείας.

Τότε οι 30 -βάλτε η βγάλτε κάτι ανάλογα την περίπτωση- ήταν οι γονείς μας, οι θείοι μας, οι γονείς των φίλων μας. Άλλες εποχές βλέπετε, άλλα ήθη και έθιμα. Ήταν οι μεγάλοι, στα μάτια μας τα ήξεραν όλα, μας προστάτευαν από όλα και φρόντιζαν για όλα.

Μπείτε πάλι στο όχημα και πάμε λίγο πιο μπροστά στο χρόνο, εκεί γύρω στα 20. Τότε δε θα περιγράψω πως ήμασταν, η λέξη φοιτητική ζωή τα λέει όλα. Θα περιγράψω όμως τι νομίζαμε ότι θα είμαστε εκεί γύρω στα 30. Νομίζαμε που λέτε ότι θα είμαστε μεγάλοι, με σπουδαίες δουλειές, οικογένεια, κουτσούβελα στα σκαριά, δε συνεχίζω το πιάσατε το νόημα.

Τελευταία επιβίβαση, έλα παιδιά τρέχουμε τώρα, θα αργήσουμε και πρέπει να επιστρέψουμε στο παρόν. Γυρίσατε όλοι? Δε πιστεύω να μας την έκανε κανείς και να ξέμεινε στα 20. Να σας πω για τα δικά μας 30 -είπαμε βάλτε ή βγάλτε κάτι για να είμαστε μέσα- τώρα. Στα δικά μας 30 μεγάλοι δε νιώθουμε, δουλειές άλλοι έχουν -σοβαρές δεν ξέρω άμα είναι-, άλλοι ψάχνουν, οικογένειες και παιδιά είναι για την ώρα όνειρο θερινής νυκτός και τα υπόλοιπα τα αφήνω απ' έξω. Τα δικά μας 30 είναι διαφορετικά, από εκείνα που νομίζαμε.

Ίσως κακώς γενικεύω και μιλάω για όλους. Πρέπει να πω για τα δικά μου 27. Μπορεί να μην είναι εκείνα που πίστευα ή εκείνα που σχεδίαζα, έχουν όμως μια δυναμική και μια ελευθερία, αλλιώτικη. Τέτοια που μόνο προβλέψεις δε μπορώ να κάνω για τα δικά μου 30 και το πιο μακρινό ακόμα μέλλον. Αυτό είναι μάλλον αγχωτικό, αλλά είναι εξίσου ή μάλλον περισσότερο, συναρπαστικό.

Συναίσθημα vintage

Για το Βασιλικό έχω γράψει ξανά σε αυτό τo blog και τώρα θα γράψω πάλι. Την πρώτη φορά ήταν με αφορμή τη ραδιοφωνική του συνέντευξη εν' όψει της κυκλοφορίας του Vintage. Δύσκολος ο Βασιλικός, ιδιαίτερος, λιγομίλητος, με θέματα μέσα του που βγαίναν και λίγο, μπορεί και πολύ, έξω του. Τα τραγούδια στο Vintage αριστουργηματικά, όπως γράφουν και όλοι οι κριτικοί για το δίσκο του. Αυτά από τις κουβέντες του και την ακρόαση του δίσκου.

Μετά τον είδα και τον άκουσα να τραγουδάει. Χτες, χτες το βράδυ, και τον άκουσα και τον είδα. Να σας πω? Τι ρωτάω, αφού θα πω τελικά. Τι να πω δηλαδή, που τραγούδι και σφαλιάρα ήταν αυτό. Θα το πω χοντροκομμένα να το καταλάβετε. Κουβάς στο πηγάδι της ψυχής, η φωνή του Βασιλικού. Τραγούδι και βύθισμα του κουβά και με το ανέβασμα συναίσθημα. Συναίσθημα από εκείνο που έχεις θάψει, από εκείνο που αρνείσαι ότι νιώθεις και από εκείνο που δε ξέρεις ότι νιώθεις.

Έτσι είναι οι ερμηνείες του Βασιλικού, σφαλιάρες στην άρνηση και τη λήθη. Σου βγάζουν τα συναισθήματα και τα αφήνουν να χορεύουν στο ρυθμό τους και άντε να τα μαζέψεις εσύ. Μπορεί να τα παλεύεις καιρό, να αλλάζεις τόπους και να νομίζεις πως αυτά έμειναν πίσω και έρχεται μια ερμηνεία και σε ξεμπροστιάζει και εσένα και αυτά. Λόγια περισσότερα δεν έχω να πω, μόνο συγκίνηση.

Μια βραδιά στην όπερα

Υποσχέθηκα εντυπώσεις από το project "Μια βραδιά στην όπερα" και είμαι εδώ για να κρατήσω το λόγο μου. Καταρχήν να σας δώσω τα απαραίτητα στοιχεία. Τόπος: Ηρώδειο, Παράσταση: Νόρμα, Ημέρα: Παρασκευή 18 Ιουνίου (ζεστή και υγρή καλοκαιρινή βραδιά). Να ξεκαθαρίσω ακόμα ότι αντιμετώπισα τη βραδιά ως project-εμπειρία γιατί όπερα δεν είχα παρακολουθήσει ποτέ μέχρι τώρα, οπότε δεν ήξερα τι επίδραση μπορούσε να έχει στα αυτιά και το συναίσθημά μου.

Σκηνή πρώτη, το μαγευτικό Ηρώδειο. Θα γίνω λυρική παρότι προτιμώ την κυνικότητα, την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό στον τρόπο που γράφω και θα σας πω, ότι το Ηρώδειο, με φόντο τον αττικό ουρανό και την πάντα επιβλητική Ακρόπολη, είναι ένας χώρος που μπορεί να σε πλημμυρίσει με συναισθήματα ακόμα και αν απλά βρίσκεσαι εκεί. Πόσο μάλλον όταν μπαίνοντας αντικρίζεις το λιτό αλλά καθηλωτικό σκηνικό της παράστασης, την πολυπληθή ορχήστρα και το αφοσιωμένο πλήθος.

Σκηνή δεύτερη, η παράσταση. Φωνές που σε αφήνουν άφωνο (με την εξαίρεση του πρωταγωνιστή, που δε μπορώ να το τεκμηριώσω λόγω της μικρής εξοικείωσής μου με το είδος, αλλά δε μου άρεσε), μουσικές αιθέριες, λυρικότητα και κορύφωση, αλλά και άβολες θέσεις, ψιλόβροχο και ανοιχτές ομπρέλες συνέθεσαν το σκηνικό.

Επίλογος, η κάθαρση. Δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει όπερα για τον κόσμο, ας πούμε τον αμύητο κόσμο, που και εγώ εκεί ανήκα μια βδομάδα νωρίτερα. Νομίζω σημαίνει τσιρίδες, χοντρές κυρίες και δήθεν κουλτουριάρηδες θεατές. Μια βδομάδα μετά, νομίζω ότι την πρώτη φορά που παρακολουθείς απλά νιώθεις σα να το έκανες πάντα. Λες και κάθε βράδυ άκουγες μια άρια λίγο πριν κοιμηθείς. Μπορεί και να φταίει η υπέροχη άρια Casta Diva, που είμαι σίγουρη πολλοί έχουμε ακούσει και μαγευτεί χωρίς να το γνωρίζουμε.


Ψηλοτάκουνα στην πυρά

Μιας και το καλοκαιράκι αποφάσισε να μας τιμήσει επιτέλους ουσιαστικά με την παρουσία του και μπήκαμε στη διάθεση ήλιος, θάλασσα, μαγιό και σαγιονάρα, είπα να κάνω ποδαρικό της σεζόν στην Κεφαλλονιά που πέφτει κοντά, έχει και ωραία καταγάλανα νερά. Βρίσκομαι λοιπόν το Σάββατο που μας πέρασε να πίνω το ποτό μου στην πλατεία του Αργοστολίου. Παρ' ότι νησιώτικη πρωτεύουσα, το Αργοστόλι δε φημίζεται για τη γραφικότητά του και δε διαθέτει μπαράκια με θέα τη θάλασσα. Περιμένεις όμως το καλοκαιρινό αεράκι να έχει εισχωρήσει λίγο στην ενδοχώρα και η καλοκαιρινή αύρα που συνοψίζεται στο τρίπτυχο χαλαρή διάθεση, σανδάλι και ανάλαφρα ενδύματα να επικρατεί.

Για να μη λέω ψέμματα η χαλαρή διάθεση υπήρχε, τα σανδάλια όμως και τα ανάλαφρα ενδύματα απουσίαζαν παντελώς. Ψηλοτάκουνα στα πιο απίθανα σχέδια και χρώματα, έδιναν και έπαιρναν, ενώ τα ρούχα και το μακιγιάζ παρέπεμπαν περισσότερο σε κόκκινο χαλί και λιγότερο σε καλοκαιρινή έξοδο. Ότι όλες ήταν wannabe Σάρες Τζέσικες, θα με πείτε υπερβολική άμα το πω.

Βρε κορίτσια, εντάξει και εγώ το έβλεπα το SATC και μάλιστα φανατικά. Ξέρω του διαλόγους απ' έξω και τα συνολάκια των πρωταγωνιστριών σε κάθε σκηνή. Και δε λέω, πλάκα είχε και καινοτόμο ήταν για την εποχή του και από όλα. Αλλά μη τρελαινόμαστε. Επειδή οι παλαβές τρέχανε στην 5η λεωφόρο με τα δωδεκάποντα, να σπάσουμε κανένα πόδι στα πλακόστρωτα των νησιών? Αυτό που έχουμε θεοποιήσει τα παπούτσια (να σημειωθεί ότι και εγώ τους έχω αδυναμία και έχω την ταπεινή μου συλλογή), μαζί με διάφορα άλλα αγαθά, ανεξάρτητα με το πόσο προσαρμοσμένα είναι στη δική μας πραγματικότητα χρήζει αναθεώρησης επειγόντως.

Για φέτος το καλοκαίρι λέω να αντισταθούμε, να φορέσουμε τις σαγιονάρες μας ακόμα και αν είναι mitsuko πλαστικές, τα σανδάλια μας αν θέλετε κάτι πιο αρχαιοελληνικό ή έστω τις χαβανίτσες (που λέει και η Κεφαλλονίτισσα φίλη Ρίτσα τις havaianas) αν επιμένετε σε κάτι πιο σικ και να αφήσουμε το καλοκαιρινό αεράκι ελεύθερο να δροσίσει τα ποδαράκια μας.

Κορίτσια - Αγόρια 1-1

Το μουντιάλ ξεκίνησε και τα αγόρια κήρυξαν το μήνα ιερό, αφιερωμένο στο προσκύνημα της στρογγυλής θεάς. Παράλληλα αντρικά περιοδικά και τηλεοπτικές εκπομπές άρχισαν τα σεμινάρια συμπεριφοράς του γυναικείου κοινού απέναντι στους προσκυνητές. Και τα ξεκίνησαν με τη βεβαιότητα ότι οι γυναίκες έχουν καταστρώσει ένα μεθοδικό, σατανικό σχέδιο για να αποσπάσουν την προσοχή τους από το ποδόσφαιρο (μόνο τις βουβουζέλες δε μας έχουν προσάψει ακόμα).

Αγαπητοί κύριοι, ποιος σας είπε καταρχήν, ότι τα κορίτσια μισούν τη μπάλα Κάποια παρακολουθούν με ενδιαφέρον το ιερό σπορ, με ταπεινά - βλέπε κούκλους ποδοσφαιριστές - ή μη κίνητρα και κάποια άλλα παραμένουν αδιάφορα χωρίς καμία πρόθεση εμπλοκής. Όχι πλέον οι περισσότερες γυναίκες δεν γκρινιάζουν, "Μώρο μου πάμε βόλτα", την ώρα που παίζει η Βραζιλία, γιατί έχουν και άλλα πράγματα να κάνουν την ίδια ώρα. Ούτε αποστρέφονται το θέαμα της αντροπαρέας που πίνει μπύρες και φωνάζει μπροστά από μια οθόνη.

Γιατί να σας πω ένα μυστικό? Η αφοσίωση των αντρών στη στρογγυλή θεά είναι γοητευτικό χαρακτηριστικό. Όπως και άλλα αντρικά "κουσούρια" για τα οποία διαμαρτυρόμαστε συχνά. Τι να γίνει όμως, τα διακριτά χαρακτηριστικά των δύο φύλων, είναι που συντηρούν ένα μέρος της μαγείας της μεταξύ τους σχέσης. Γι' αυτό αγόρια δείτε τη μπάλα με την ησυχία σας και αφήστε τα κορίτσια να κάνουν τα ψώνια τους.

Μη λυπάσαι την αρπαχτή σου!

Λίγο το καλοκαίρι, λίγο η ματαιότητα του κόσμου που πάει από το κακό στο χειρότερο και μπορεί να μη την βγάλει μετά το 2012, το έχουν ρίξει όλοι στη φιλοσοφία ότι φάμε ότι πιούμε και ότι αρπάξει ο από τέτοιος μας. Στα πλαίσια αυτής της φιλοσοφίας, οι περισσότερες 25 something, 30 παρά something φίλες έχουν αποφασίσει ότι μόνο ο έρωτας θα μας σώσει, ως πράξη ή/και ως συναίσθημα. Sex & the City το έκανα το blog, αλλά ένεκα η αναγνωσιμότητα που έχει πέσει θύμα της καλοκαιρινής ραστώνης.

Μου λέει λοιπόν πρόσφατα μια από αυτές τις φίλες που κάνει τη θεωρία πράξη με 40άρι τύπο αγνώστων λοιπών στοιχείων και συμφωνία περνάμε καλά και ας πάει και το παλιάμπελο. "Έχω αρχίσει και τον λυπάμαι, είναι τόσο καλός και τρυφερός. Ξέρεις πόσο του αρέσουν οι αγκαλιές!". Τα προηγούμενα χαρακτηριστικά είναι προφανές ότι δεν χωρούν στην παγιωμένη αντίληψη περί διαδικασιών "ψεκάστε - σκουπίστε - τελειώσατε". Χωράνε όμως τα συναισθήματα συμπόνοιας? Γλυκιά μου, λέω και 'γω, γίνεται να λυπάσαι την αρπαχτή σου? Είναι σα να βγαίνεις για να πιεις μέχρι τελικής πτώσης και να λυπάσαι το barman γιατί γεμίζει κάθε τρεις και λίγο τα σφηνάκια.

Τι να κάνουμε βρε παιδιά, έτσι είναι οι αρπαχτές παντός είδους. Δε χωράνε συναισθήματα αυτού του τύπου γιατί άμα αρχίσεις το τσάι και τη συμπάθεια, στην καλύτερη να την βγάλεις με κουλουράκια βουτύρου. Αρπαχτή και κουλουράκια όμως, και ειδικά βουτύρου, μαζί δεν πάνε!

Έχουμε γύρισμα

Τι κάνει ο υποφαινόμενος blogger σε μια εποχή που διάθεση και έμπνευση είναι στο ναδίρ? Θα σας πω πρώτα τι θα έκανα σε άλλες εποχές, όταν οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις ήταν λιγότερο ραγδαίες τα χρόνια μου λιγότερα και ο χρόνος μου πολύς. Θα περνούσα μια μίνι κατάθλιψη, θα κοιτούσα το ταβάνι στωϊκά καθ' όλη τη διάρκειά της και θα περίμενα. Θα περίμενα και θα περίμενα μέχρι τη μέρα που θα ξυπνούσα, θα αποφάσιζα ότι το ταβάνι όσο και να το κοιτάς ταβάνι παραμένει και επιτέλους θα συνέχιζα ορμητικότερα να ζω.

Αυτά, που λέτε, στις άλλες εποχές γιατί σήμερα δεν προλαβαίνω να περάσω τη μίνι κατάθλιψή μου. Προλαβαίνω δηλαδή αλλά σα να μου φαίνεται ότι είναι πολυτέλεια να κοιτάς το ταβάνι που μένει πάντα ίδιο, ενώ όλα γύρω αλλάζουν τόσο γρήγορα και τα χρόνια πάντα λιγοστεύουν. Γι' αυτό ψάχνω καμιά καλύτερη εναλλακτική προκειμένου να επαναφέρω τη διάθεση και την έμπνευσή μου. Και τι καλύτερο από νέες εμπειρίες. Έτσι σκέφτηκα ο blogger και αποφάσισα να συμμετάσχω στα γυρίσματα ενός διαφημιστικού για την τηλεόραση.

Σας την έφερα λίγο με την εισαγωγή του post. Νομίσατε ότι θα γράψω τίποτα σοβαρό ε? Μπα τα σοβαρά με καταθλίβουν και είπαμε χρόνος για ταβανοθεραπεία δεν υπάρχει. Μαθαίνω λοιπόν ότι γυρίζεται στην Πάτρα το νέο σποτάκi εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, από αυτά με τον κόσμο τον πολύ. Πάμε, λέμε με την Όλυ, πλάκα θα έχει και όντως πήγαμε.

Πλάκα είχε δε λέω. Ο σκηνοθέτης με τη μια τελευταία σκηνή που τελειωμό δεν είχε, ο νεαρόκοσμος που συμμετείχε με τη βαβούρα και το χαβαλέ του, τα παιδιά της παραγωγής που το διασκέδαζαν μέσα στη ζέστη και τον αποσυντονισμό. Ενδιαφέρουσα εμπειρία, αλλά μεταξύ μας στην ηλικία μου (όχι δεν είμαι μεσήλιξ!) δε το ξανάκανα γιατί στο τέλος μου έμεινε μια μικροηλίαση και ένα ωραιότατο εγκαυματάκι από την υπερέκθεση στα φώτα των προβολέων!

Αυτό μπορεί να μη το ξανάκανα (εντάξει αν μιλάμε για πρωταγωνιστικό ρόλο το συζητάμε), αλλά εμπειρίες θα συνεχίσω να συλλέγω μέχρι να βρω την έμπνευσή μου. Και για να πάρετε μια ιδέα από τα προσεχώς, το επόμενο project έχει τίτλο "Μια βραδιά στην όπερα" και θα σας πω για τις παρενέργειες μετά την ολοκλήρωσή του.

Όταν ήμαστε μικροί

Όταν ήμασταν μικροί ήταν αλλιώς, λέει ένα τραγουδάκι. Όχι μόνο ο κόσμος και 'μεις είμαστε αλλιώς. Μας θυμήθηκα πιτσιρίκια να διοργανώνουμε σε διακοπές ολόκληρο καλλιτεχνικό φεστιβάλ, από έκθεση ζωγραφικής και γυμναστικές επιδείξεις μέχρι θεατρική και μουσική παράσταση. Μας θυμήθηκα να στήνουμε ολόκληρα παιχνίδια στα πρότυπα τηλεπαιχνιδιών με παρουσίαση, ερωτήσεις και αυτοσχέδια δώρα για το νικητή. Μας θυμήθηκα να φτιάχνουμε τα καλοκαίρια από ένα διαφορετικό σπιτάκι στην αυλή, από ινδιάνικη σκηνή μέχρι αχυρένια καλύβα.

Μπορώ να επαναφέρω με τις ώρες μνήμες-αποδείξεις της παιδικής δημιουργικότητας και ενεργητικότητας, αλλά σίγουρα όλοι έχετε μπόλικες απ' αυτές. Αυτό που ψάχνω τώρα όμως, δεν είναι οι μνήμες. Ψάχνω να βρω πως εξελίχθηκε η απίστευτη αυτή παιδική έμπνευση στην ενήλικη ζωή μας. Φοβάμαι μήπως δεν εξελίχθηκε, μήπως χάθηκε κάπου μέσα σε καφέδες, ποτά, ψώνια και ανούσιες ή και ουσιαστικές συζητήσεις. Και αυτό το τελευταίο το λέω με γερή δόση αυτοκριτικής μέσα.

Ελπίζω ότι κάνω λάθος. Ότι υπάρχουν ακόμα εκεί έξω παρέες που κάνουν τα ερεθίσματα πράξη και δημιουργία, όπως τα παιδιά. Σκέφτομαι ότι τη μισή από την παιδική μας δραστηριότητα να ζωντανέψουμε και να διοχετεύσουμε σε επαγγελματικές, καλλιτεχνικές και πάσης φύσεως ασχολίες θα σταματήσουν να υπάρχουν τόσοι "επίπεδοι", wannabe δημόσιοι υπάλληλοι. Και που ξέρετε μπορεί να αρχίσουμε να χαιρετάμε όλοι μαζί με χαρά τα αεροπλάνα στον ουρανό (έτσι έκαναν σήμερα τα παιδάκια σε έναν παιδικό σταθμό)!

Τουλάχιστον σήμερα είναι γαλάζιος

Τώρα τελευταία έχω γίνει σαν εκείνο τον τυπάκο που κορόιδευα στο post "Και μετά τι?". Όλο κάτι περιμένω, όλο για κάτι ανησυχώ και να χαίρομαι με όσα όμορφα συμβαίνουν στην καθημερινότητα, το ξεχνάω. Όχι ότι παλιά ξύπναγα κάθε μέρα μέσα στην τρελή χαρά, ήταν όμως μέρες που χαζοχαιρόμουν με διάφορα πράγματα. Για τον ουρανό που είναι γαλάζιος, γιατί υπάρχουν ωραία αγόρια, γιατί είναι νόστιμο το μεσημεριανό, γιατί είδα μια καλή ταινία και πάει λέγοντας. Χτες λοιπόν αναρωτιόμουν ποια ήταν η τελευταία φορά που χάρηκα με κάτι απλό και δε μπορούσα να θυμηθώ.

Ανησύχησα, που λέτε, γιατί δεν είναι του τύπου μου να μην χαζοχαίρομαι. Έβαλα λοιπόν θερμόμετρο, έβγαλα την γλώσσα μου έξω να δω το χρώμα της, έβηξα δυνατά, αλλά όλα φυσιολογικά. Άρα, λέω, το πρόβλημα δεν είναι παθολογικό, άλλο θα φταίει. Τα έβαλα κάτω λοιπόν να βρω τι φταίει και έβγαλα το εξής συμπέρασμα. Δεν προλαβαίνω. Δεν προλαβαίνω να χαρώ, γιατί πάνω που πάει αντανακλαστικά να αντιδράσει ο οργανισμός με συναισθήματα εφορίας στα εξωτερικά ερεθίσματα (βλέπε ωραίο αγόρι ας πούμε), έρχεται η ανησυχία για το μέλλον.

Δεν ανησυχώ μήπως αύριο ο ουρανός γίνει μοβ ή το αγόρι ασχημύνει. Έχω αυτή τη γενική ανησυχία, του τύπου ρε που πάμε, που έλεγε και ο Αυλωνίτης (αυτός δε το έλεγε?). Αλλά μ' έχει κουράσει όσο δε πάει αυτή η κατάσταση. Τι σόι προγραμματισμός είναι αυτός του ανθρώπινου εγκεφάλου να σκέφτεται όλη την ώρα το μετά και να ξεχνάει το τώρα, δεν καταλαβαίνω. Άσε που αν τελικά ο ουρανός αύριο γίνει μοβ θα έχεις χάσει και την ευχαρίστηση να τον χαρείς σήμερα που είναι γαλάζιος.

Επί προσωπικού

Από μικρή είχα το εξής θέμα. Πολλά είχα, δηλαδή, αλλά για ένα θα πούμε τώρα. Πάντα λοιπόν έπαιρνα πολύ προσωπικά, όποιες κατηγορίες αφορούσαν ένα σύνολο του οποίου ήμουν μέλος. Καθίστε να σας δώσω ένα παράδειγμα να το καταλάβετε. Έλεγε ο δάσκαλος στην τάξη, δεν προσέχετε, εγώ ένιωθα λες και μαλώνει εμένα, ασχέτως αν χάζευα ή παρακολουθούσα. Ακριβώς επειδή έπαιρνα τα πάντα προσωπικά, αισθανόμουν έντονα την ανάγκη να υπερασπιστώ το σύνολο στο οποίο ανήκα με λόγια και κυρίως με πράξεις που αποδείκνυαν το λάθος των ισχυρισμών. Μετά μεγάλωσα και έμαθα να ισορροπώ λίγο τα πράγματα, λέμε τώρα!

Πρόσφατα λοιπόν σε μια συζήτηση που ξεκίνησε από τα αρχιτεκτονικά μανιφέστα, φτάσαμε στη γενιά μου. Μια γενιά που δεν έχει παράγει και τίποτα σπουδαίο, σύμφωνα με το συνομιλητή, ούτε καν λίγη αμφισβήτηση, να ταρακουνήσει τα νερά. Επειδή, όπως σας είπα παραπάνω, έχω σταματήσει να παίρνω τα πράγματα επί προσωπικού, δεν ένιωσα καμιά σπουδαία ανάγκη να εκπροσωπήσω και να υπερασπιστώ τη γενιά μου. Όμως τώρα που το ξανασκέφτομαι, έχω πολύ διάθεση να "επιτεθώ" στην προηγούμενη γενιά, αυτή των μπαμπάδων μας.

Αυτή τη γενιά με τις μεγάλες ιδέες και τις βαθυστόχαστες θεωρίες. Όλο σκέψεις, αναζητήσεις, ανατροπές και φιλοσοφίες ήταν αυτή η γενιά. Στην πράξη σας θέλω μάγκες. Οι αναζητήσεις και οι ζυμώσεις ωραίες και αναγκαίες είναι. Στην πράξη όμως, μαντάρα τα κάνατε. Δεν ξέρω αν εμείς, το ξέρω παρασύρομαι και το παίρνω προσωπικά και κάνω το εγώ εμείς, δεν ξέρω αν παράγουμε ιδέες και αμφισβήτηση. Μπορεί και να μην είμαστε σπουδαία γενιά, σαν αυτή που μεγάλωνε το '60. Κάποιοι όμως από εμάς δίνουν τον αγώνα τους στην πράξη. Παλεύουν να γίνουν καλοί επιστήμονες, καλοί επαγγελματίες, καλοί οικογενειάρχες και άνθρωποι. Παλεύουν να επιβιώσουν στο κόσμο που δημιούργησαν οι μεγάλοι προβληματισμοί. Και ακόμα νομίζω ότι παλεύουν να καταλάβουν αν αξίζει να κάνουν το εγώ εμείς, να βρουν σε ποια σύνολα ανήκουν και αν αξίζει να τα υπερασπιστούν.

Επανεκκίνηση

Έχω να γράψω καιρό, το ξέρω. Από τότε που είπα θα σας ενημερώσω με νεότερα από το ημερολόγιο καταστρώματος. Συνήθως αργώ να γράψω όταν απασχολούμαι με όμορφα και δημιουργικά πράγματα. Όταν λείπω ταξιδάκι, όταν παρακολουθώ την τέχνη, κάνω κάτι τελοσπάντων που μου δίνει τροφή για τούτο εδώ το πόνημα.

Αυτή τη φορά όμως δεν έκανα τίποτα δημιουργικό. Απλά στεκόμουν, σαν υπολογιστής σε αναμονή. Απλά στεκόμουν. Το καράβι, όπως όλοι ξέρετε καλά, συνεχίζει να ταξιδεύει χωρίς πυξίδα και χωρίς χαραγμένες διαδρομές. Εμείς στεκόμαστε σε αναμονή.

Λοιπόν εμένα η αναμονή με κουράζει. Παρότι παλεύω μεγαλώνοντας να καλλιεργήσω το χαρακτηριστικό της υπομονής μέσα μου, δε μπορώ να πω ότι τα έχω καταφέρει με επιτυχία. Και να σας πω και κάτι ακόμα, θα συμφωνήσω με το μισάνθρωπο, μηδενιστή και χίλια ακόμα κακά της μοίρας του, ήρωα του "Whatever Works" (της ταινίας του Woody Allen). Ο Ιώβ ήταν μεγάλος βλάκας. Θέλω λίγο ενθουσιασμό, λίγη παρόρμηση. Η αναμονή με αποκοιμίζει. Αυτός μου φαίνεται είναι και ο στόχος της, οπότε μια χαρά την κάνει τη δουλειά της.

Εμείς τι κάνουμε είναι το θέμα. Επανεκκίνηση κάνουμε βρε παιδιά! Ποιος διαλέγει δηλαδή την αναμονή? Η το κλείνεις το ρημάδι να πάει στο διάολο ή του κάνεις μια επανεκκίνηση μπας και πάρει τα πάνω του. Μη πει κανείς είσαι μηχανικός η/υ και έχετε το restart για καραμέλα, γιατί θα με τσατίσετε. Τι κακό δηλαδή έχει η επανεκκίνηση όταν στο 90% των περιπτώσεων κάνει τη δουλειά της? Μπορεί να μην εντοπίζεις τα αίτια του προβλήματος, αλλά λύνεις το πρόβλημα και προχωράς και αυτό είναι το ζητούμενο.

Πάω τώρα, να βρω το restart για τις σκέψεις μου, γιατί το μηχάνημα δεν ήρθε με καλό εγχειρίδιο και το κουμπάκι δεν είναι στην προβλεπόμενη θέση.

Το παραπάνω

Με ρώτησαν γιατί δεν γράφω κάτι περισσότερο για την πραγματικότητα που ζούμε. Δεν γράφω γιατί πολλά διαβάζω, πολλά ακούω και ακόμα περισσότερα σκέφτομαι. Θα μου πείτε συμπέρασμα δεν έχεις βγάλει ακόμα? Έχω βγάλει ως ένα βαθμό και με επιφυλάξεις. Είμαι σίγουρη ότι τα κοντέρ δεν έχουν μηδενίσει. Όχι μόνο δεν έχουν μηδενίσει, αλλά σα μουρλά γυρίζουν γύρω γύρω. Δε φοβάμαι μη φτωχύνουμε, μη χάσουμε την πολυτέλεια ή το βόλεμα. Φοβάμαι όμως μη ξυπνήσουμε δέκα χρόνια μετά και έχουμε χάσει τη ζωή. Άμα η ζωή είναι μόνο αγώνας επιβίωσης, τότε δε θα την έχουμε χάσει. Κουτσά στραβά κάπως θα τα έχουμε καταφέρει. Άμα όμως είναι κάτι παραπάνω που κατά βάση το κάνεις στα πιο δημιουργικά σου χρόνια, κάπου μεταξύ 25 και 40, τότε μια γενιά, η δική μου η γενιά μπορεί να έχει χάσει.

Γιατί για να κάνεις το παραπάνω πρέπει πρώτα να ονειρεύεσαι και να ελπίζεις και δεύτερο να στηρίζεσαι και να εμπιστεύεσαι. Θα το πιάσω από το τέλος. Πρέπει να στηρίζεσαι σε ένα καράβι καλό και να εμπιστεύεσαι τον καπετάνιο και το πλήρωμα. Άμα συμβαίνει αυτό μπορείς και να ελπίζεις ότι θα φτάσεις κάποια στεριά και στο ενδιάμεσο να απολαμβάνεις το ταξίδι. Διαφορετικά έχεις την έννοια από που να πιαστείς να μη βουλιάξεις. Θα μου πείτε έχει και αυτό τη χάρη του. Μπορεί αλλά μέσα στη φουρτούνα δεν έχω αποφασίσει ακόμα και ας πρέπει τότε οι αποφάσεις να παίρνονται γρήγορα και δυναμικά.

Επιλογές, βέβαια, πάντα υπάρχουν. Να εγκαταλείψεις το καράβι και να κολυμπήσεις μέχρι το επόμενο. Να αλλάξεις καπετάνιο και πλήρωμα. Ακόμα και να μείνεις, να κάνεις το καλύτερο που μπορείς σε αυτό, έχοντας λάβει υπόψη σου ότι ακόμα και αν φύγει ο καπετάνιος τους ίδιους επιβάτες το καράβι θα κουβαλά. Οι επιλογές όμως συναρτώνται άμεσα με τις επιθυμίες και τους στόχους και έλα που μέσα στην καταιγίδα ούτε αυτά είναι ξεκάθαρα. Μάλλον αναθεωρούνται και ανασχεδιάζονται.

Για την ώρα θα σας εξομολογηθώ την αλήθεια. Έχω ξενερώσει και με την καταιγίδα την έξω και με την καταιγίδα τη μέσα. Έχω ξενερώσει και με το καράβι και με 'μενα. Μόλις έχω νεώτερα θα ενημερώσω το ημερολόγιο καταστρώματος.

Ο πίνακας της φωτογραφίας είναι του ζωγράφου Τηνιακού

Να μηδενίσουν τα κοντέρ

Τα αγαπημένα μου βιβλία, όταν ήμουν μικρή, ήταν αυτά που οι ήρωες τους έφτιαχναν τη ζωή τους από το μηδέν, από το τίποτα. Για να καταλάβετε, όσο πιο τίποτα τόσο το καλύτερο. Ο Ροβινσώνας ας πούμε. Ναυάγησε στο ερημονήσι και έστησε τη ζωή του μόνος και από την αρχή, με σανίδες από το ναυαγισμένο σκαρί και καρύδες από τους κοκοφοίνικες. Η Αστραδενή, μικρή και κατατρεγμένη στην πόλη και το σπιτάκι της έφτιαξε και τη ζωή της ολόκληρη.

Μ' άρεσαν αυτά τα βιβλία. Μου δίναν ελπίδα. Με έκαναν να σκέφτομαι ότι μπορεί να είσαι στο μηδέν, στον πάτο και λιθαράκι, λιθαράκι να φτιάξεις τον κόσμο σου. Όπως εσύ τον ονειρεύεσαι και όπως η πραγματικότητα σου επιτρέπει. Σε κάθε περίπτωση οι ήρωες τους είχαν τον έλεγχο ακόμα και υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες και ανάλογα με τις ικανότητες τους, έκαναν τα μικρά τους θαύματα.

Έτσι σκεφτόμουν και εγώ πως ότι και να συμβεί και στο μηδέν να φτάσουμε, όλα από την αρχή θα τα στήσουμε και μπορεί καλύτερα και ομορφότερα από πριν να γίνουν. Δεν υπολόγισα όμως πόσο δύσκολα μηδενίζουν τα κοντέρ και πόσο επώδυνη είναι η επιβράδυνση μέχρι τον πάτο. Ειδικά όταν δε τον βλέπεις ούτε με κιάλια.

Αντε γαμώ το να φτάσουμε στο μηδέν, στο μείον ή κάπου που να μπορούμε να ξεκινήσουμε πάλι. Θα τη χτίσουμε τη ριμάδα τη ζωή πάλι. Και την αισιοδοξία και τη δύναμη θα βρούμε, αλλά να φτάσουμε σε εκείνο το μηδέν.

Τα ρινοδέλφινα και η επικοινωνία

Τα ξέρετε τα ρινοδέλφινα? Μπορεί το όνομα να σας μπερδεύει, όπως και μένα όταν το άκουσα, όμως είναι ένα πολύ κοινό είδος του συμπαθούς θηλαστικού. Ο Φλίπερ από τη γνωστή σειρά των 60s ήταν ρινοδέλφινο. Μου είπε λοιπόν κάποιος για ένα ντοκιμαντέρ, που έδειχνε τα ρινοδέλφινα να επικοινωνούν, εκπέμποντας ήχους σε συχνότητες που μόνο αυτά μπορούν να ακούσουν και να αντιληφθούν. Με οδηγό αυτούς του ήχους, λέει, διασχίζουν θάλασσες και ωκεανούς για να ανταμώσουν. Όχι δε θα κάνουμε ζωολογία σήμερα. Απλά για άλλη μια φορά το πάω μέσω Λαμίας για να πω αυτό που θέλω!

Άμα λοιπόν είσαι ρινοδέλφινο και εκπέμπεις στις συγκεκριμένες συχνότητες, ψάχνεις και βρίσκεις τα άλλα ρινοδέλφινα, κάνετε παρέα και συννενοήστε μια χαρά. Αν όμως είσαι ρινοδέλφινο και εκπέμπεις σε άλλη συχνότητα? Σε συχνότητα που δεν ακούν οι άλλοι του είδους και δε μπορούν να την εντοπίσουν τι γίνεται? Μάλλον στα ωραιότατα αυτά ζωάκια, το τελευταίο δε συμβαίνει. Μια χαρά τα έχει φτιάξει η φύση και τη βρίσκουν την άκρη τους. Είναι κάτι άλλα ζωάκια όμως, άνθρωποι μου φαίνεται λέγονται, που δεν εκπέμπουν πάντα σε ίδιες συχνότητες, ούτε ακούνε τόσο μακριά όσο τα ρινοδέλφινα.

Κάποιοι από τα ζωάκια αυτά, τους ανθρώπους ντε, εκπέμπουν σε σπάνιες συχνότητες που λίγοι μπορεί να αντιληφθούν. Βγάζουν του ήχους τους αλλά μάταια. Κανείς εκεί γύρω να τους ακούσει. Ποιες να είναι οι επιλογές άμα είσαι ζωάκι που εκπέμπεις σε λάθος συχνότητα? Γίνεται να την αλλάξεις, ή μήπως συνεχίζεις με αυτή επιλέγοντας να εκπέμπεις όλο και πιο μακριά μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος δέκτης?

Επισκέπτης στον τόπο σου

Θα σας εκμυστηρευτώ ένα φόβο μου. Μη πάει το μυαλό σας σε τίποτα που έχει κατάληξη φοβία. Δεν φοβάμαι τα ύψη, τις αράχνες, τα πλήθη. Εντάξει φοβάμαι λίγο τις γέφυρες που είναι πάνω από νερό, έχουν κενά, οπότε βλέπεις το νερό και ταυτόχρονα είναι κρεμαστές, άρα κουνιούνται, σαν αυτή στα Τέμπη. Κουράστηκα που το έγραψα όλο αυτό, πόσο μάλλον να το αναλύσω. Για άλλο πράγμα που φοβάμαι θα σας πω.

Φοβάμαι τον εγκλωβισμό της σκέψης. Φοβάμαι μήπως τα ερεθίσματα πάψουν κάποια στιγμή να είναι αρκετά, το μυαλό βαλτώσει και σταματήσει να βλέπει μακριά, διαφορετικά, εναλλακτικά (πείτε το όπως αλλιώς θέλετε). Πως κρατάς ένα μυαλό ανοικτό, πως το "ταΐζεις" ερεθίσματα και εικόνες, για να φτιάχνει αυτό σκέψεις και δράσεις?

Ταξιδεύοντας θα πουν σίγουρα πολλοί και θα συμφωνήσω. Στα ταξίδια βλέπεις, ακούς, συναναστρέφεσαι πράγματα καινούρια, ανοίκεια και διαφορετικά που σε βάζουν σε σκέψεις, σου δημιουργούν συγκρίσεις και παρατηρήσεις. Ταξιδεύεις και βλέπεις μετά τον κόσμο τον δικό σου με άλλα μάτια. Και όταν δεν ταξιδεύεις τι γίνεται? Πως κρατάς το μυαλό σε εγρήγορση?

Θα μου πείτε διαβάζεις, ενημερώνεσαι, παρακολουθείς την τέχνη. Ναι και αυτά τα κάνεις. Να σας πω κάτι ακόμα? Ταξιδεύεις στον τόπο σου, στο μέρος που ζεις. Το αντιμετωπίζεις σαν επισκέπτης, σα τουρίστας που μόλις έφτασε. Είναι εκπληκτικό το πόσα ανακαλύπτεις μέσα από αυτή τη διαδικασία. Πρόσωπα, πράγματα και μέρη που ποτέ δε φανταζόσουν ότι υπάρχουν. Ακόμα πιο εκπληκτικό είναι το πόσο διαφορετικά βλέπεις όλα όσα γνώριζες ότι υπάρχουν. Ανακαλύπτεις τον κόσμο σου ξανά και μαζί παίρνει λίγο αέρα και το μυαλό σου. Με την καλή έννοια πάντα!

Περπατώντας


Δύο αγχολυτικές συνήθειες έχω, μια καλή και μια κακή. Για την κακή δε θα σας πω. Η καλή είναι το περπάτημα και γι'αυτή θα σας μιλήσω. Όταν λοιπόν το αγγελάκι που συνεχώς μαλώνει με το διαβολάκι πάνω από το κεφάλι μου κερδίζει, φοράω τα αθλητικά μου και κατεβαίνω για περπάτημα. Αν είμαι μόνη μου βάζω τα ακουστικά στα αυτιά να ανεβαίνουν οι ρυθμοί, ενώ αν υπάρχει παρέα κερδίζει η κουβέντα. Ανάλογα με την εποχή και τον τόπο που βρίσκομαι, διαλέγω και το μέρος. Το πάρκο του Φάρου στην Πάτρα, την παραλία του Κατακόλου στο Πύργο ή όπου αλλού μπορείς να δεις πολύ γαλάζιο και πράσινο.

Περπατώντας μπορείς να συναντήσεις τα πιο απίθανα πράγματα και συμπεριφορές. Θέλετε να ξετυλίξω λίγο από το κουβάρι των αλλόκοτων αυτών πραγμάτων, που λέει και η Μυρτώ η Κοντοβά, για να με πιστέψετε? Ξεκινάω την απαρίθμιση. Ένα κουφάρι καρέττας-καρέττας και ένας κορμός σα σφαχτό κρεμασμένο στο κρεοπωλείο. Μια κυρία να περπατά ολόκληρο καλοκαίρι με δίπατες σαγιονάρες. Τσιγγάνοι με μεγάλες λεκάνες γεμάτες γαρίφαλα, να τα καθαρίζουν από τα κοτσάνια τους. Περίεργο μου φάνηκε αυτό το τελευταίο, λες και τα άλλα δεν είναι θα μου πείτε, μα δε ρώτησα τελικά τι έχουν σκοπό να τα κάνουν.

Τα αλλόκοτα πράγματα φέρνουν ανέμελες σκέψεις, οι περίεργες παρουσίες δημιουργούν οικειότητα όταν τις συναντάς συστηματικά, η μουσική ή η κουβέντα σε παρασέρνουν και ο σκοπός επιτυγχάνεται Οι έγνοιες ξεχνιούνται, τα άγχη αποβάλλονται και οι μπαταρίες φορτίζουν μέχρι την επόμενη μάχη του κακού με το καλό.

Το ταξίδι του μυαλού

Το πόσο μου αρέσουν τα ταξίδια πρέπει να το έχω ξαναπεί. Αν δε το έχω πει ρητά, σίγουρα το έχω υπονοήσει. Αυτό που δεν γνωρίζετε, είναι το πόσο λίγο απολαμβάνω την οδήγηση. Τόσο λίγο ώστε το δεύτερο πράγμα που ζήλευα στο Sex and the City μετά τα παπούτσια της Carrie, ήταν ο σοφέρ του Mr. Big.

Όταν λοιπόν ταξιδεύεις, χωρίς να οδηγείς έχεις πολύ χρόνο. Χρόνο να σκεφτείς, αλλά και να παρατηρείς τα πράγματα γύρω σου. Αυτό το τελευταίο μου έχει μείνει από πιτσιρίκα. Τότε που ταξιδεύαμε οικογενειακώς και ο πατέρας μας δεν άφηνε να κοιμόμαστε για να προσέχουμε, λέει, τη διαδρομή. Ομολογουμένως σαδιστικό όταν είσαι πέντε-έξι χρονών. Ο συνδυασμός, όμως, ασυνάρτητων σκέψεων και εικόνων στην ενήλικη ζωή, οδηγεί το μυαλό σε περίεργους συνειρμούς.

Ένα καλοκαίρι, λοιπόν, κάπου έξω από το Μεσολόγγι, το μάτι του ταξιδευτή πέφτει πάνω στο εργοστάσιο αλατιού της «Κάλλας». Σαν παραμελημένο φαινόταν. Απεριποίητο, με το σοφά ξεφτισμένο και το μπετόν της κατασκευής εκτεθειμένο. Το εμφανές μπετόν είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ γοητευτικό αρχιτεκτονικά, υλικό. Αυτό δε το πίστευα πάντα. Όταν ήμουν μικρή θεωρούσα πως τα κτίρια από εμφανές μπετόν είναι μισοτελειωμένα και άσχημα. Μετά μεγάλωσα, το μυαλό μου άνοιξε λίγο (ελπίζω), η παιδεία μου απέκτησε βάθος, ύψος και τα σχετικά (ξαναελπίζω), και είδα την αρχιτεκτονική με άλλα μάτια.

Οι αρχιτεκτονικές ανησυχίες που προήλθαν από την παρατήρηση του εργοστασίου, μου έφεραν σκέψη άλλη. Τους ανθρώπους που ‘χουν εμφάνιση τραχιά και ακατέργαστη. Άσχημη αν θέλετε, σαν αυτή των κτιρίων από εμφανές μπετόν. Αυτούς τους ανθρώπους που πρέπει να ανοίξεις το μυαλό και την παιδεία σου για να εκτιμήσεις. Και έτσι από ένα ξεφτισμένο σοφά σε άνθρωπο συγκεκριμένο πήγε το μυαλό μου.

Γι' αυτό μου αρέσουν, μου φαίνεται, τα ταξίδια. Γιατί πιο πολύ από το σώμα ταξιδεύουν το μυαλό.

Η φωτογραφία είναι από το arlav.blogspot.com

Η θεωρία του Αντώνη

Από την τελευταία μου ανάρτηση μέχρι σήμερα μεσολάβησαν μέρες πολλές. Οι μέρες αυτές μου έδωσαν τροφή για πολλή σκέψη. Χρόνο πάλι να τις καταγράψω δε μου άφησαν καθόλου. Και μου μαζεύτηκαν όλες μαζί τώρα και τσακώνονται πια να πρωτοβγεί στη φόρα.

Αν θέλω να είμαι συνεπής με το πνεύμα του blog, πρέπει να σας πω για δύο εκθέσεις φωτογραφίας που είδα στο Μουσείο Μπενάκη. Μια που με έκανε να σκεφτώ και μια να νιώσω. Δε χρειάζεται να αναφερθώ στην προτίμηση μου στο δεύτερο ε?. Αν θέλω να απευθυνθώ στα ταπεινά κουτσομπολίστικα ένστικτά σας, πρέπει να σας πω για νύχτες στη Μύκονο με την πανσέληνο μαζί. Για το πρώτο δε θα μάθετε ακόμα, για το δεύτερο δε θα μάθετε ποτέ. Θα μάθετε όμως τη θεωρία του Αντώνη.

Εδώ που τα λέμε η θεωρία δεν είναι του Αντώνη. Κάποιος άλλος την είπε στον Αντώνη, αλλά εγώ από αυτόν την άκουσα, οπότε το όνομα του θα της δώσω. Του είπανε λοιπόν του Αντώνη ότι για να βρει τι θέλει από τη ζωή του, πρέπει να σταθεί γυμνός μπροστά από ένα καθρέφτη και να κοιτάζεται μέχρι να βρει την απάντηση. Πρέπει να κάνει και στριπτήζ λέει πριν, αλλά αυτό μάλλον σάλτσα δική του ήταν. Όχι σας το διευκρινίζω αυτό γιατί κατά τα άλλα μιλάμε για σοβαρή θεωρία, επιστημονική, όχι κουραφέξαλα! Ξεβρακώθηκε λοιπόν ο Αντώνης, έκατσε μπροστά στον καθρέφτη και μετά από κανένα πεντάλεπτο, αποφάσισε ότι η ζωή είναι μικρή και απλή. Την επόμενη μέρα μοίρασε λουλούδια και φιλιά σε όσες γυναίκες συνάντησε σ' όλο το ματογιάννι.

Ο Αντώνης που λέτε είναι εφεύρεση ανθρώπου. Δεν ξέρω αν εφευρέθηκε μετά το κοίταγμα στον καθρέφτη. Αυτός πάντως έτσι ισχυρίζεται. Αν ισχύει, ξεκινάτε να βγάζετε τα ρούχα σας και θα γίνουμε όλοι άνθρωποι ευτυχισμένοι. Εμένα βέβαια, μου φαίνεται ότι άμα το κάνω, το πολύ πολύ να αποφασίσω ότι στη ζωή μου θέλω να χάσω κανένα κιλό. Η Όλυ πάλι, που είναι και αναποφάσιστη θα μείνει ξεβράκωτη καμιά βδομάδα και άντε να αρπάξει καμιά πούντα.

Μπορεί όμως και να 'χει δίκιο ο Αντώνης και να πρέπει πότε πότε να στεκόμαστε γυμνοί, αν όχι από ρούχα, σίγουρα από επιρροές, μπροστά από ένα καθρέφτη και να αναρωτιόμαστε τι θέλουμε από τη ζωή μας.

Στη φωτογραφία ο πίνακας του Otto Dix, Girl at the Mirror

Οι άνθρωποι στη μ.κ. εποχή

Τον καιρό π.κ. (προ Κρίσης που λέει και ένα ραδιοφωνικό διαφημιστικό σποτάκι) οι άνθρωποι συναντιόντουσαν στο δρόμο και οι διάλογοι εξελίσσονταν κάπως έτσι. "Τι κάνεις? Πως περνάς, τα παιδιά, τα σκυλιά...? Καλά μωρέ, όπως τα ξέρεις, ησυχία (ή φασαρία ανάλογα την περίπτωση)". Τον καιρό μ.κ. τα πράγματα έχουν αλλάξει, μαζί και οι διάλογοι. Οι άνθρωποι συναντιούνται στο δρόμο και το αν θα υπάρξει διάλογος και πως θα είναι αυτός είναι ζήτημα πολυπαραγοντικό.

Καταρχήν πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία της αναγνώρισης. Τι εννοώ? Εννοώ ότι με τη σάλτα που έχουμε όλοι τον τελευταίο καιρό, το ότι από δίπλα περνά γνωστός, δε σημαίνει κατά ανάγκη ότι αντιλαμβάνεστε ο ένας τον άλλον. Αλλά άντε πες ότι και την/τον βλέπεις και την/τον αναγνωρίζεις τη Μαρία/το Γρηγόρη (βάλτε εσείς όποιο όνομα σας έρχετε πρόχειρο).

Μετά είναι το γλέντι. Γιατί το πιθανότερο είναι ο καθένας να λέει τα δικά του, οπότε διάλογος γιοκ! Οι τυπικότητες και οι ευγένειες τέλος παίδες. Στην καλύτερη θα σε ρωτήσουν τι γίνεται με τη δουλειά (άμα έχεις δηλαδή), στη χειρότερη θα σου κάνουν (ή θα κάνεις, όλοι μαζί είμαστε σε αυτό) καμιά εξομολόγηση του τύπου έχω πέσει σε κατάθλιψη και με τη βούλα (η βούλα είναι το χαρτί του γιατρού, όχι η βούλα η κολλητή του) και παίρνω και κάτι χάπια, αφού τίποτα άλλο δε βλέπω να παίρνω (εδώ μπαίνουν και τα βουνά σαν επιλογή, αλλά καλοκαιριάζει και δεν του πάει το βουνό του Έλληνα).

Το θέμα είναι ότι η κατάσταση, η τριγύρω, τις έχει επηρεάσει τις διαπροσωπικές τις σχέσεις και πολύ μάλιστα. Παλιά φλερτάραμε μεταξύ μας, τώρα φλερτάρουμε με την παράνοια και την κατάθλιψη. Τι φλερτάρουμε δηλαδή, χοντρά της την πέφτουμε που είπε και η Όλυ. Αυτά που λένε ότι η κρίση έχει πηδήξει τα πορτοφόλια μας, η μισή αλήθεια είναι. Όλα μας τα έχει πηδήξει, την ψυχολογία, την επικοινωνία, τη διάθεση, τα όνειρα. Όλα! Γι' αυτό ας βάλουμε κανένα χεράκι όλοι μαζί, τώρα που βοηθάει και ο καιρός γιατί σε λίγο λογική και παράνοια θα ανταλλάξουν ρόλους και θα μας κλαίνε οι ρέγγες και όλα τα άλλα θαλασσινά μαζί.

No past, no guilt

Όταν δυο άνθρωποι πρωτογνωρίζονται είναι σαν κάποιος να τους δίνει ένα λευκό πίνακα και πολλούς μαρκαδόρους να τον γεμίσουν σχέδια και χρώματα. Έχουν το χώρο δικό τους, από άκρη σε άκρη και μπορούν να χρησιμοποιήσουν όποια και όσα χρώματα θέλουν. Στην αρχή λοιπόν υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις και κανένας περιορισμός, οπότε αρχίζει η ζωγραφική. Με την προσδοκία και την ανυπομονησία μικρού παιδιού μπροστά στο λευκό χαρτί, χωρίς παρελθόν και χωρίς ενοχές.

Καθένας από τους δύο διαλέγει το χρώμα που αγαπά, το σχέδιο που τον εκφράζει και το τοποθετεί στο σημείο που επιλέγει. Ο καιρός περνάει, ο καμβάς γεμίζει και οι αποφάσεις για τα σχέδια, τα χρώματα και τη θέση τους στο σύνολο γίνονται περισσότερο πολύπλοκες. Δεν αρκεί πια να σου αρέσουν τα ροζ σύννεφα για να τα βάλεις στη ζωγραφιά σου, πρέπει να ταιριάζουν με τα μπλε καραβάκια που μόλις έφτιαξε ο άλλος και τα πολύχρωμα λουλούδια που είχες νωρίτερα ζωγραφίσει εσύ. Πρέπει ακόμα να εξετάσεις αν έχει μείνει καθόλου χώρος για αυτά. Οι προηγούμενες επιλογές, ορίζουν τις επόμενες. Δημιουργούν δυνατότητες και περιορισμούς. Ενοχές αλλά και προσδοκίες.

O πίνακας εξελίσσεται και από τις επιλογές που κάνουν και οι δυο, εξαρτάται αν το αποτέλεσμα θα θυμίζει τέχνη ή απλά ένα κακέκτυπο της. Όσο πιο αρμονική η συνεργασία, τόσο πιο διαχρονική η αξία του έργου. Όσο πιο επιπόλαιες οι πινελιές, τόσο πιο εφήμερη η διάρκεια του.

"No past, no guilt", φράση από την ταινία New York I Love You.

Το θέατρο της Δευτέρας

Σε αυτό το post θα επιστρατεύσω κάθε δυνατή λέξη, φράση, παρομοίωση και όποιο άλλο μέσο διαθέτει ο λόγος προκειμένου να σας μεταφέρω μια από τις πιο σουρεαλιστικές εμπειρίες που έχω ζήσει και μάλλον θα ζήσω σε ολόκληρη τη ζωή μου. Ελπίζω δηλαδή, γιατί αν διανοηθώ ότι υπάρχουν και χειρότερα από το χθεσινό, θα τα λέμε σε απευθείας σύνδεση από το Δρομοκαΐτειο. Μάλλον απερίγραπτη είναι εδώ που τα λέμε, αλλά ίσως μέσα από τα συναισθήματα που μου προκάλεσε, σχηματίσετε μια εικόνα.

Χθες λοιπόν ήταν Δευτέρα. Οι Δευτέρες δεν είναι προορισμένες για μεγάλα πράγματα έτσι κι αλλιώς. Ποιο σπουδαίο γεγονός συνέβη Δευτέρα ή καλύτερα πόσες Δευτέρες θυμάστε ως εξαιρετικές για κάτι σημαντικό ή ξεχωριστό ή έστω παρανοϊκό που συνέβη στη ζωή σας? Εγώ από εδώ και στο εξής, θα θυμάμαι τη χθεσινή.

Υπό κανονικές συνθήκες το χθεσινό βράδυ θα εξελισσόταν σε ένα ευχάριστο δείπνο, με μια υποσχόμενη παρέα από έξι νέους ανθρώπους, που θα έβαζαν τις βάσεις ώστε να περνούν μερικές πιο ενδιαφέρουσες και παρεΐστικες μέρες σε μια μικρή επαρχιακή πόλη κάπου στην Ελλάδα. Έτσι όμως ξεκινούν τα γλυκανάλατα αναγνώσματα που καθόλου δε με συγκινούν.

Μάλλον λοιπόν η μοίρα που γνωρίζει την αγάπη μου για την τέχνη, αποφάσισε να μου στήσει ένα παραμύθι διαφορετικό, περισσότερο σουρεαλιστικό από όσο μπορώ να αντέξω. Μια ιστορία που αν ήταν πίνακας ζωγραφικής θα είχε γεννήσει έναν ζωγράφο του βεληνεκούς του Νταλί. Καθόλου τυχαία η επιλογή του καλλιτέχνη, αν σκεφτεί κανείς ότι το πρώτο έργο του που μου έρχεται στο μυαλό, είναι το "The Great Masturbator".

Γύρω από μια ροτόντα λοιπόν με τέσσερις κυρίους, που λέει ο λόγος δηλαδή, γιατί μόνο τους δύο θα μπορούσα να ονομάσω έτσι και δύο κυρίες, νομίζω ότι ήμασταν τουλάχιστον για το μισό της βραδιάς, γιατί μετά ήρθε το τέλος της λογικής και εξελίχθηκαν στιγμές απείρου κάλους. Με μια γκάμα θεμάτων από τα ρεβίθια και το υδροκυάνιο, μέχρι το usb με τις 148 θύρες και το iphone που έφτασε στη στρατόσφαιρα, με έναν ειρμό στη συζήτηση που απλά απουσίαζε και με την ευγένεια να είναι όρος μάλλον απαγορευμένος, φτάσαμε μετά από μια ώρα περίπου να τραβάμε τα μαλλιά μας.

Όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά. Είχα πέσει στο τραπέζι και τραβούσα τα μαλλιά μου. Αυτό ήταν το πρώτο σημάδι αλλοφροσύνης. Το επόμενο ήταν το γέλιο. Νευρικό να το πω? Σπαστικό? Σπαραχτικό μάλλον. Να μη μιλήσω για την όρεξη μας. Μαχαίρι, κόπηκε μαχαίρι. Και όσοι γνωρίζετε τη γράφουσα προσωπικά, αντιλαμβάνεστε πόσο δύσκολο είναι αυτό να συμβεί. Τα πιάτα έμειναν σχεδόν άθικτα. Για γλυκό που είναι η μεγάλη μου αδυναμία ούτε λόγος. Τρέμετε διαιτολόγοι. Ένας μήνας με τους αξιαγάπητους αυτούς "κυρίους", μείον 10 κιλά εγγυημένα.

Κάπου εκεί και αφού ολόκληρη την προηγούμενη βραδιά αναρωτιόμουν για τους λόγους της δικής μας παρουσίας στο δείπνο αυτό (δεν ξέρω αν σας έδωσα να το καταλάβετε αλλά απλά δεν υπήρχαμε στο τραπέζι αυτό, το όνειρο μου να γίνω γλάστρα για μια βραδιά εκπληρώθηκε), έδωσα φωναχτά την πιο λογική απάντηση που μπορούσα. Ήταν ένα πείραμα, ένα πείραμα για την ανθρώπινη αντοχή. Ρώτησα ευθέως, αν το έχουν σύστημα
βρε αδερφέ. Αν προσκαλούν ανθρώπους με σκοπό να τεστάρουν τις αντιδράσεις τους. Κρίμα που δεν πήρα απάντηση, ειλικρινά με ενδιέφερε μια τέτοιου τύπου κοινωνιολογική ανάλυση. Τόση άχρηστη πληροφορία πήρα σε μια βραδιά, γιατί να μη μάθω και αυτό.

Ευτυχώς μετά από δύο και κάτι ώρες κατά τη διάρκεια των οποίων, τα εγκεφαλικά μου κύτταρα αυτοκτονούσαν ομαδικά και λίγο πριν τον εκφυλισμό της φαιάς ουσίας μου, το νέας κοπής βασανιστήριο έληξε. Πιστεύω βοήθησαν και κάποιες ατάκες του τύπου "Στα τραπέζια ανεβαίνετε? Όχι αλλά αν συμβάλει στο να φύγουμε μια ώρα νωρίτερα να το κάνουμε" ή "Εντάξει υποχωρώ, θα βλέπω τηλεόραση κάθε βράδυ, το υπόσχομαι. Όλα, όλα θα τα βλέπω και το Λάκη το Γλυκούλη αν χρειαστεί, πάντως έξω δεν ξαναβγαίνω".

Η βραδιά έληξε, το θέατρο της Δευτέρας και του παραλόγου το είδαμε. Τι άλλο να πω? Και εις άλλα με υγεία.

p.s. Στη φωτογραφία ο πίνακας του Νταλί "The Great Masturbator", ο οποίος βρίσκεται στο Μουσείο Reina Sofia στη Μαδρίτη

Το απολίθωμα της tv

Παλιότερα μια από τις αγαπημένες μου συνήθειες ήταν η τηλεόραση. Όχι η συσκευή, το περιεχόμενο. Έλιωνα με τις ώρες μπροστά της. Σα χόμπι ένα πράγμα. Ο άλλος κόσμος έπαιζε τένις, έβγαζε βόλτα το σκύλο του, ασχολιόταν με τη φωτογραφία, την κηπουρική, κάτι δημιουργικό τελοσπάντων. Εγώ εκεί, όπως έλεγε και η Julia στο "Pretty Woman", just veg out in front of the tv. Τίποτα χρήσιμο δεν έμαθα από αυτή την απασχόληση, εκτός αν θεωρήσουμε την έκφραση veg out (και άλλες παρόμοιες που μου κόλλησαν από ξένες ταινίες και σειρές) εμπλουτισμό του αγγλικού μου λεξιλογίου. Γιατί μη νομίσετε ότι επέλεγα το τι θα δω με κριτήρια ποιότητας. Όλα κι όλα, όταν βουτάς στο σκουπιδοτενεκέ, με χαρά σκουπίδια ψάχνεις!

Την κακή αυτή συνήθεια την έκοψα σταδιακά μεγαλώνοντας Όχι από βαθιά συνειδητοποίηση για το πόσο ανούσια σπαταλιέται ο χρόνος μπροστά της. Απλά οι υποχρεώσεις που αυξάνονται μαζί με την ηλικία περιόρισαν δραματικά τις ώρες μπροστά από την πάλαι ποτέ αγαπημένη μου συσκευή. Για να μη λέω και ψέμματα βέβαια χάθηκε και αυτή η γοητεία στα όρια του υπνωτισμού, που μου ασκούσε παλιότερα. Ακόμα και ο φόρος τιμής που της απέτισα την προηγούμενη Παρασκευή, όταν μετά από τόσο καιρό της αφιέρωσα ένα ολόκληρο απόγευμα, δεν ήταν αυτός που της άξιζε.

Δεν ήταν αντάξιος της αγαπητοί αναγνώστες, γιατί δε μπορεί ένα απεξαρτημένο tv junkie που σέβεται τον εαυτό του, να ξανακυλά με ντοκιμαντερ για τα ανθρωποειδή προγόνους του σημερινού ανθρώπου. Ναι όπως το διαβάζετε. Έβλεπα επί 3-4 ώρες ντοκιμαντέρ, από αυτές τις εξαιρετικές παραγωγές του bbc μάλλον, με τους Homo habilis, τους Homo ergaster και διάφορα άλλα είδη, να προσαρμόζονται
στο περιβάλλον, να εξελίσσονται και να επιβιώνουν ή να μένουν στάσιμα και να χάνονται στα βάθη της ανθρώπινης προϊστορίας.

Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, μπορεί και η παλιά μου συνήθεια, θύμα της εξελικτικής διαδικασίας να έπεσε. Να μη φταίει μόνο ο λιγότερος ελεύθερος χρόνος, αφού και αυτόν όταν τον έχω, αλλού τον διαθέτω. Μπορεί και η τηλεόραση σαν τα ανθρωποειδή να μην εξελίχθηκε και να έμεινε απλά απολίθωμα της δικής μου ιστορίας.

Προθέσεις και αποτελέσματα

Σε αντίθεση με τη φετινή, καθόλου ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου κινηματογραφική χρονιά (την Αλίκη δε την είδα ακόμα βέβαια, αλλά σιγά μια Αλίκη μη φέρει την άνοιξη), πέρυσι παρακολούθησα μερικές ταινίες που άξιζαν το χρόνο που τους αφιέρωσα. Θα σας πω για μια από αυτές που κανά χρόνο πριν πολύ με προβλημάτισε και τώρα έγινε ξανά επίκαιρη στο μυαλό μου. Προειδοποίηση! Οι συνειρμοί και οι σκέψεις που μου προκάλεσε ουδεμία σχέση μπορεί να έχουν με το θέμα της (μπορεί και να 'χουν, δεν είμαι σίγουρη) αλλά εμένα αυτοί μου ήρθαν, για αυτούς θα σας πω

Όταν είδα λοιπόν το "Doubt" πέρα από τις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών (Meryl Streep και Philip Seymour Hoffman
) άρχισαν να με τριγυρίζουν οι αμφιβολίες γύρω από τα κίνητρα των πράξεων μας και τα αποτελέσματα τους. Δε νομίζω ότι πρόκειται για τίποτα περισσότερο από την αμφισβήτηση ή την επιβεβαίωση της ορθότητας της άποψης ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όμως το απλό αυτό ερώτημα είναι τόσο δύσκολο να απαντηθεί, όσο και το κρίσιμο ζήτημα του αυγού και της κότας. Χρόνια αναρωτιέται η ανθρωπότητα ποιος έκανε ποιόν και ακόμα απάντηση δεν πήρε.

Στο θέμα μας όμως. Τι συμβαίνει όταν μια πράξη που μπορεί να έχει κίνητρα ιδιοτελή, ταπεινά ή δεν ξέρω πως αλλιώς να τα ονομάσουμε για να τονίσουμε την "ανήθικη" υπόσταση τους, καταλήγει να ευεγερτεί αυτόν στον οποίο απευθύνεται? Ή από την ανάποδη πόσο αξίζουν οι καλές προθέσεις όταν στο τέλος μόνο κακό προξενούν? Να κρίνουμε το αποτέλεσμα ή την αιτία? Δε μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι έχω καταλήξει σε συμπέρασμα, αλλά μου φαίνεται ότι το αποτέλεσμα είναι αυτό που μετράει. Μπορεί και να μιλάει ο μηχανικός μέσα μου, που ψάχνει κάτι μετρήσιμο, κάτι χειροπιαστό. Ακόμα όμως αμφιβάλω.

Απόψεις σαν κι αυτές

Εδώ και μέρες αντιστέκομαι σθεναρά στο να γράψω ένα post με πολιτική άποψη. Προσέξτε πολιτική, δηλαδή άποψη του πολίτη. Αυτή την άποψη λοιπόν δε την γράφω όχι γιατί δεν την έχω, ούτε γιατί δε με αφορά. Το γεγονός ότι παρακολουθώ σα τους γέρους όλα τα δελτία ειδήσεων, βολοδέρνοντας από κανάλι σε κανάλι, λες και η Τρέμη θα τα πει αλλιώς από τη Σία την Κοσιώνη, θεωρώ ότι είναι ένα δείγμα της πολιτικής μου αγωνίας.

Δε τη γράφω, που λέτε, για δυο λόγους. Πρώτον γιατί το ύφος και η θεματολογία αυτού του blog διαφοροποιούνται. Δηλαδή φαντάζεστε από τα τζήν και τα βράδια στη Μονμάρτρη, να το ρίξω στα spread και τους κομμένους μισθούς? Ε όχι, αδύνατον γιατί άντε μετά να ξαναβάλεις τα βρακιά που μας έβγαλε ο Χωμενίδης (για όσους σκέφτονται τι λέει η τρελή, θα πω άντε διαβάστε και κανένα από τα παλιά post)!

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι στο χάος του διαδικτύου από τα blogs μέχρι τα ενημερωτικά sites υπάρχουν οι απόψεις όλες, μια χαρά εκτεθειμένες, σαν εφημερίδες απλωμένες σε περίπτερα. Από αυτές λοιπόν άλλες με έχουν εξοργίσει, πολλές όμως με έχουν καλύψει. Πλήρως και ολοκληρωτικά, οπότε όποια δική μου προσθήκη περιττή θα είναι.

Γιατί σας πρήζω λοιπόν τόση ώρα με τη φλυαρία μου? Απλά γιατί μαζί με όλα τα άλλα που μου έρχονται και γράφω κατά καιρούς, η πολιτική άποψη που επίσης έχω επιβεβαιώνουν ότι και εμένα με απασχολούν "μερικά από τα βασικά προβλήματα του δυτικού πολιτισμού, δηλαδή το σεξ, η μόδα, το χρήμα και η φτώχεια, μια συνταγή αρκετά κοινή εντέλει".


Η τελευταία φράση είναι από το βιβλίο του Νίκου Παπανδρέου "Μέρες σαν κι αυτές".

Φτερό στον άνεμο οι σκέψεις

Ψάχνω να βρω το αντικείμενο του post αλλά πουθενά. Κοιτάζω κάτω από το κρεβάτι, κάτω από το χαλάκι, στη ντουλάπα, στο μπαλκόνι πουθενά. Αυτό παθαίνω άμα έχω πολλές σκέψεις στο μυαλό μου. Μέχρι να μπούνε σε τάξη δυσκολεύομαι να τις εκφράσω. Θα μου πείτε γιατί είναι πολλές, γιατί τώρα, γιατί δεν έχουν μπει σε τάξη.

Υποθέτω γιατί είναι πολλά αυτά που συμβαίνουν τριγύρω, πολλά και καταιγιστικά γι' αυτό πολλές και οι σκέψεις. Πάντα πολλά ήταν εδώ που τα λέμε και πάντα θα είναι. Αυτό το ξέρω, δε το συνειδητοποιώ τώρα, απλά προχτές παρακολούθησα μια θεατρική παράσταση που μου το υπενθύμισε.

Ένα ερασιτεχνικό σχήμα (με χρόνια βέβαια παρουσίας) και ένας νέος σκηνοθέτης - σεναριογράφος σε μια πικρή κωμωδία ή ένα γλυκό δράμα. Η παράσταση λοιπόν τα είχε όλα, όλα όσα συμβαίνουν τριγύρω. Τα μικρά τα καθημερινά, τα "εθνικά" τα βασανιστικά, τα δικά μας τα προσωπικά. Όλα.

Τώρα θα αναρωτιέστε άμα γίνεται ένα θεατρικό έργο που προσπαθεί να τα πει όλα μέσα σε δυο ώρες ήταν καλό. Και όμως ήταν. Για κάποιο λόγο ήταν λες και έβλεπες στιγμιότυπα της ζωής μας. Λίγο από τη ζωή του καθενός. Παιγμένα με ειλικρίνεια, καλοειπωμένα, καλοφωτισμένα, με άποψη στον ήχο και το σκηνικό, όλα καλοβαλμένα.

Μου άρεσε η παράσταση αυτή. Μου έφερε στο προσκήνιο όλες αυτές τις σκέψεις τις μπερδεμένες που σας έλεγα παραπάνω, αλλά μου άρεσε. Μόνο που δεν κατάλαβα κάτι και μόλις τώρα συνειδητοποιώ ότι δεν το κατάλαβα. Γιατί "Πούπουλα"? Γιατί την ονόμασαν έτσι? Και γιατί οι πρωταγωνιστές είχαν ή έβρισκαν ένα πούπουλο συνεχώς? Τι έκαναν τα πούπουλα σε ένα μάλλον ρεαλιστικό σενάριο?

Η παράσταση "Πούπουλα" ανεβαίνει στο Θέατρο "Λιθογραφείον" από το ερασιτεχνικό θεατρικό σχήμα Πάτρας "Ρεφενέ". Οι τελευταίες παραστάσεις είναι στις 7, 8 και 9 Μαρτίου.

Που θα πάμε σήμερα?

Κανονικά θα έπρεπε να γράψω με ποια κριτήρια διαλέγουμε να δούμε μια ταινία που είναι και παραγγελιά, αλλά το θέμα δεν έχει ωριμάσει μέσα μου ακόμα οπότε θέλετε δε θέλετε θα μάθετε πως διαλέγουμε στέκια. Που λέτε λοιπόν κάθε φορά που είναι να βγούμε, για καφέ, για ποτό, για φαγητό, δεν έχει σημασία το είδος της εξόδου, πέφτουν στο τραπέζι οι ιδέες. Μέρη που έχουμε δει, μέρη για τα οποία έχουμε ακούσει ή διαβάσει περνάνε την ιερά εξέταση. Ε στο 90% των περιπτώσεων καταλήγουμε στις κλασικές δοκιμασμένες συνταγές και οι υπόλοιποι υποψήφιοι καίγονται στην πυρά.

Δεδομένου ότι θεωρώ τον εαυτό μου ανοιχτό σε προτάσεις, αλλαγές, δοκιμές και τα σχετικά δε μπορώ παρά να αναρωτηθώ τι είναι αυτό που με κάνει να επιμένω σε πέντε (πέντε - έξι δε θα τα χαλάσουμε τώρα στην αριθμητική) στάνταρ επιλογές. Υποθέτω ότι αν το δούμε από την πλευρά της ψυχανάλυσης θα έχει σχέση με την ανάγκη του ανθρώπου για σταθερότητα, για περιβάλλοντα οικεία, για ασφάλεια και λοιπά και λοιπά.

Όμως γιατί "Πάροδος" και όχι "Νότος", γιατί "Bararara" και όχι "Cibo", γιατί "Ναύτικο" και όχι "Πυξίδα". Θα μου πείτε αναφέρεις επιλογές που δε μας λένε τίποτα. Για κάποιους λένε, για τους υπόλοιπους εξηγώ ότι είναι μέρη παρόμοια μεταξύ τους σε θέματα αισθητικής, μουσικής, περιβάλλοντα χώρου και αυτό το αναφέρω γιατί σίγουρα τα παραπάνω είναι βασικά κριτήρια για την επιλογή. Αν δε τη βρίσκεις με αυτά γίνεται αυτόματη εξαίρεση από τη λίστα. Δε γίνεται να ακούς σκυλάδικα και να πας στο jazz bar, ούτε να είσαι χορτοφάγος και να τρέχεις στη χασαποταβέρνα

Επανέρχομαι λοιπόν, αφού θεμελιώσαμε το πρώτο και πολύ βασικό κριτήριο, το μέρος να είναι του γούστου σου. Πως γίνεται το τελικό ξεκαθάρισμα? Νομίζω το κάνουν οι άνθρωποι, αυτοί που το έχουν, αυτοί που δουλεύουν, αυτοί που συχνάζουν. Οι άνθρωποι φτιάχνουν την ατμόσφαιρα και μόνο όταν νιώθεις συμβατός με αυτή μπορείς να ενσωματωθείς σε ένα χώρο και να νιώσεις αυτά τα ψυχαναλυτικά που λέγαμε παραπάνω. Αν ρωτάτε, θέλω ατμόσφαιρα με χαμόγελα, ευγένεια και καλή διάθεση.

Σύστημα ανίχνευσης νέων γνωριμιών

Σε ένα σύστημα ανίχνευσης επιθέσεων (IDS για τους γνώστες), που χρησιμοποιείται για την ασφάλεια των δικτύων υπάρχουν τέσσερα σενάρια ενημέρωσης και προστασίας. Τα false positives όταν αναγνωρίζονται σαν κίνδυνοι γεγονότα που δεν αποτελούν απειλή. Τα false negatives όταν δεν επισημαίνονται πραγματικές επιθέσεις. Τα true positives, περιπτώσεις πραγματικών απειλών που ανιχνεύονται και τέλος τα true negatives, περιπτώσεις που δεν επισημαίνονται γεγονότα που όντως δεν είναι απειλητικά για την ασφάλεια ενός δικτύου.

Τώρα θα νομίζετε ότι έχω σαλτάρει και μπέρδεψα το blog με πλατφόρμα e-learning, αλλά έχω κάνει συνειρμό, περιμένετε! Αντίστοιχα λοιπόν με το IDS λειτουργεί και ένας άνθρωπος σε μια νέα γνωριμία. Θα γίνω πιο σαφής μπας και καταλάβετε. Όταν γνωρίζουμε ένα καινούργιο άνθρωπο τέσσερα πράγματα μπορεί να συμβούν. Να τον αντιπαθήσουμε και να έχουμε κάνει λάθος εκτίμηση γιατί στην πορεία αποδεικνύεται διαμάντι (false positive), να τον συμπαθήσουμε και να μας βγει καθίκι του κερατά (false negative), να μας φανεί κωλόπαιδο και όντως να είναι (true positives) και τέλος να φαίνεται και να είναι ωραίος τύπος (true negaive).

Τα IDS που λέτε, ανάλογα με τον τρόπο υλοποίησης είτε αναγνωρίζουν περισσότερες απειλές με τίμημα πολλά false positives (όλη την ώρα παράγονται ειδοποιήσεις για "νόμιμες" δραστηριότητες), είτε είναι ελαστικά και αφήνουν ελεύθερες τις καλές ενέργειες με κίνδυνο όμως να αλωνίζουν περισσότεροι εισβολείς. Το ίδιο και οι άνθρωποι. Ανάλογα με το χαρακτήρα τους είναι πιο επιφυλακτικοί στις νέες συναναστροφές με αποτέλεσμα να απορρίπτουν γνωριμίες με καλές προοπτικές εξέλιξης (για να μη σκεφτείτε μόνο πονηρά εννοώ σε όλα τα επίπεδα φιλικό, επαγγελματικό και ερωτικό βέβαια) ή πιο παρορμητικοί με συνέπεια να την πατάνε ευκολότερα.

Τι πολιτική θα ακολουθήσει ο καθένας είναι θέμα προτεραιοτήτων. Όπως και στην ασφάλεια δικτύων τα βάζεις κάτω και ανάλογα με την περίπτωση αποφασίζεις τι είναι πιο σημαντικό, η απόλυτη προστασία ή η ανεμπόδιστη επικοινωνία. Ευτυχώς πάντα υπάρχουν μοντέλα υβριδικά.

Ποιος θα σώσει τον κόσμο?

Όταν ήμουν μικρή ήθελα να σώσω τον κόσμο. Όχι ο αγαπημένος μου ήρωας δεν ήταν ο Superman. Ο Οδυσσέας ήταν (ναι ο γνωστός ο πολυμήχανος, καλά καταλάβατε), αλλά αυτό αποτελεί αντικείμενο άλλου post καθώς και αρκετών ωρών ψυχανάλυσης. Ίσως ούτε ακριβώς να τον σώσω ήθελα. Πιο πολύ να τον αλλάξω, να τον κάνω καλύτερο. Σιγά το πρωτότυπο θα μου πείτε, όλα τα παιδιά το ίδιο ήθελαν και πάντα θα θέλουν, ευτυχώς, να κάνουν. Μεγαλώνοντας, άλλαξα πλάνα, είπα να σώσω τον εαυτό μου. Ουσιαστικά και αυτόν να τον κάνω καλύτερο, θέλησα, ή πιο σωστά να είναι και να περνάει καλύτερα. Για να είμαστε ειλικρινείς αυτό είναι σχέδιο με μακροπρόθεσμη προοπτική, αμφίβολα αποτελέσματα και συνεχή εξέλιξη.

Τον τελευταίο καιρό όμως, με την οικονομική κρίση και τη χώρα να πηγαίνει κατά διαόλου, μ' έπιασε καταρχήν ένα άγχος και κατά δεύτερο επανήλθε το σύνδρομο του σούπερ ήρωα. Ένα, ένα όμως. Το άγχος μ' έπιασε εξαιτίας όλου αυτού του κλίματος αβεβαιότητας (μη βρεθούμε σαν τις ρωσίδες μετά την πτώση του κομμουνισμού και όχι τίποτα άλλο, δεν έχουμε τα αντίστοιχα προσόντα για σχετική καριέρα) και απαισιοδοξίας αλλά και λόγω του αισθήματος κοινωνικής ευθύνης που με διακατέχει ως άνθρωπο. Γιατί λέω, σίγουρα οι εκεί πάνω τα κάνανε σκατά, αλλά δε μπορεί κάτι κάναμε λάθος και εμείς οι κάτω, ο καθένας προσωπικά.

Και κάπου εδώ ξανάρχεται ο σούπερ ήρωας να αναρωτηθεί τι πρέπει να γίνει μπας και σώσουμε τη χώρα, τον κόσμο και ότι άλλο είναι να σωθεί. Δε σας κρύβω προβληματίστηκα και σίγουρη ακόμα δεν είμαι για τα συμπεράσματα που έβγαλα. Πάλι στον εαυτό μου κατέληξα όμως. Όχι, δεν εννοώ να σώσει ο καθένας το τομάρι του. Αυτό που νομίζω μπορώ και πρέπει να κάνω είναι να συνεχίσω να δουλεύω πάνω στο project "Καλύτερος Εαυτός". Μου φαίνεται ότι αν ο καθένας μας φτιάξει από μόνος του έναν καλύτερο άνθρωπο, υπάρχει μια ελπίδα να σώσουμε τον κόσμο.

Η χημεία των ελαττωμάτων

Έχω μια θεωρία, σαν αυτές της μουρλής της Ράνιας από τους Singles. Για να πω την αλήθεια πολλές θεωρίες έχω, προϊόντα όλες της βαθιάς εμπειρίας που μου εξασφαλίζουν τα 26 και κάτι χρόνια που υπάρχω σε αυτόν τον κόσμο. Αλλά τώρα θα σας αναπτύξω τη θεωρία μου σχετικά με τους φίλους και τα ελαττώματά τους.

Όλοι οι άνθρωποι έχουμε κουσούρια (παρατηρείτε το πρώτο πληθυντικό της αυτογνωσίας ε?), αυτό είναι γεγονός τελειωμένο. Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να ανεχόμαστε τα κουσούρια κάποιων και να τους κάνουμε την τιμή να τους θεωρούμε φίλους μας και δίπλα σε άλλους να μη μπορούμε να σταθούμε ούτε δευτερόλεπτο?

Σύμφωνα λοιπόν με τη θεωρία μου, όλα είναι θέμα συμβατότητας. Πώς να το πω? Σαν εξουδετέρωση ένα πράγμα. Πρέπει να βρεις το σωστό συνδυασμό. Να βρεις στον άλλο εκείνα τα κουσούρια, που ενώ τα εντοπίζεις, μπορείς να τα αποδεχθείς και να μη τα βρίσκεις ιδιαίτερα ενοχλητικά και το ίδιο να συμβεί και σε αυτόν.

Όλο αυτό εύκολη διαδικασία δεν είναι. Προϋποθέτει να ξεπεράσεις τον πρώτο ενθουσιασμό μιας γνωριμίας και να δεις πέρα από τα θετικά που συνήθως είναι προφανή. Να αναγνωρίσεις τα ελαττώματα του άλλου (εννοείται ότι μια στοιχειώδη αυτογνωσία για τη δική σου την καμπούρα την έχεις) και να ζυγίσεις άμα μπορείς να τα αποδεχθείς, αν σε συνδυασμό με τα δικά σου προκαλείται εξουδετέρωση ή έκρηξη.

Το αξιοθαύμαστο σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι ότι πράγματα που για κάποιον είναι φοβερά και ανυπόφορα, για άλλον είναι ανεπαίσθητα. Και κάπως έτσι κολλάνε οι άνθρωποι μεταξύ τους, σαν τα μόρια, λες και όλα είναι θέμα φυσικής και χημείας.

Καλό και κακό σινεμά

Πήγα που λέτε προχτές να δω τις "Επικίνδυνες Μαγειρικές", την ταινιούλα με την Κάτια, το Χωραφά και το Μαρκουλάκη. Ήξερα πριν πάω ότι δε πρόκειται να δω κανένα αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Είπα δε βαριέσαι θα περάσω δυο ωρίτσες ευχάριστα και ελαφρά, το πολύ πολύ να μου ανοίξει και η όρεξη.

Η όρεξη μου κόπηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Μια ταινία γυρισμένη καλοκαίρι στην Αθήνα, με μια πανέμορφη πρωταγωνίστρια και δυο άκρως γοητευτικούς πρωταγωνιστές, με δυο σούπερ ντιζαϊνάτα διαμερίσματα στο κέντρο και μια απίστευτη, τουλάχιστον στο μάτι, γευστική ποικιλία περίμενες να είναι το λιγότερο σα καλογυαλισμένη καρτ-ποστάλ από εξωτική παραλία, από αυτές που σε κάνουν να φαντασιώνεσαι pina colada και τόνους αντηλιακό.

Τζίφος! Επί μιάμιση ώρα μπροστά από τα μάτια μου τρεις όμορφοι άνθρωποι έκαναν σεξ και έτρωγαν ότι μπορεί να επιθυμήσει ανθρώπινος ουρανίσκος και γω που είμαι απίστευτη λιγουρίτσα και με τα δυο, δε λιγούρεψα τίποτα, καθόλου, ούτε ένα γουργούρισμα, ούτε τόση δα επιθυμία. Η μόνη διάθεση με την οποία μπόρεσα να αντιμετωπίσω την ταινία, ήταν η χιουμοριστική και αυτό για να μην κλαίω μετά τα 9 ευρώ και τη μιάμιση ώρα που έχασα.

Κάτι τέτοια βλέπει λοιπόν ο φτωχός Έλληνας σινεφίλ και έρχεται και ανάγει ταινίες σαν τον "Κυνόδοντα" του Λάνθιμου σε αριστουργήματα Και ναι βρε παιδιά με όλα του τα μειονεκτήματα ο "Κυνόδοντας" κερδίζει με το σπαθί του το δικαίωμα να λέγεται ταινία, να λέγεται τέχνη. Από το πρώτο λεπτό σε τσιγκλάει, σε κάνει να σκέφτεσαι ότι κάτι τρέχει. Με μια σκηνοθεσία λιτή σα λευκή πορσελάνη και με ένα σενάριο που σου βγάζει τη γλώσσα, σε κάνει να περνάς από την περιέργεια, στο γέλιο και από κει στην απέχθεια και τον εκνευρισμό.

Ναι ο "Κυνόδοντας" μου προκάλεσε αποστροφή και νεύρα. Έφυγα και σκεφτόμουν, ωραία το είδα και αυτό, μου χάλασε η διάθεση και τι έγινε, που το πήγαινε ο ποιητής? Και την άλλη μέρα το ξανασκέφτηκα και την παράλλη επίσης. Και μια μέρα άσχετη, την πήρα την απάντηση που έψαχνα.

Η απάντηση μου στα ερωτηματικά που μου άφησε ο "Κυνόδοντας" δεν είναι του παρόντος. Του παρόντος είναι όμως ότι υπάρχει καλό και κακό σινεμά. Και καλό κατά τη γνώμη μου είναι εκείνο που θα σε κάνει να νιώσεις (δεν έχει σημασία τι), να προβληματιστείς, η απλά να περάσεις καλά, να το χαρείς. Οι "Επικίνδυνες Μαγειρικές" ήταν κακό σινεμά.